Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

Το Νόμπελ μας

“Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν' αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις.”
Οδυσσέας Ελύτης: Ομιλία κατά την απονομή του Βραβείου Νόμπελ
(Στοκχόλμη, 8/12/1979)

“Είμαι εναντίον των βραβείων γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατώτερου μου - και κάποτε πρέπει να απαλλαγούμε από την συγκατάβαση των μεγάλων. Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά αφεντικά - και κάποτε πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από την ζωή μας”
Ντίνος Χριστιανόπουλος, “Είμαι Εναντίον”


Από μικρός ένιωθα άβολα με τους πανηγυρισμούς νίκης οποιασδήποτε αρχής (εθνικής, κομματικής, αθλητικής ή άλλης), ενώ τελικά κατέληγα σε αυτούς με τη ρομαντική προσδοκία της συμμετοχής. Έτσι σε κάθε νίκη - τι κι αν ήταν για το ΔΗΣΥ, το ΔΗΚΟ, το ΑΚΕΛ, για την ΑΕΛ ή τον ΑΠΟΛΛΩΝΑ - έφτανα διστακτικά στο σιντριβάνι του Αγίου Νικολάου, τη δημόσια σκηνή όπου εδώ και χρόνια συντελούνται οι παραστάσεις διάκρισης των Λεμεσιανών. Ανίκανος να ενσωματωθώ και με ακόμη πιο έντονο το συναίσθημα της μοναχικότητας, παρακολουθούσα τελικά τα σώματα των άλλων να οργανώνονται (ή να αποδιοργανώνονται) στο ανώνυμο συλλογικό, αυτό το άθροισμα όπου όλοι υπάρχουν μέσα από μία φωνή, μία βούληση και ένα συναίσθημα. Με τον καιρό κατάλαβα πως η αστική φοβία ακύρωσης της ατομικότητας ήταν αυτό που με φόβιζε περισσότερο. Η εξάλειψη δηλαδή της σημαντικής διαφοράς που μας κάνει να ξεχωρίζουμε μέσα από το σύνολο, να εκφράζουμε την άποψη μας, να διαφοροποιούμαστε, να χρωματίζουμε τα επιχειρήματα μας, κοκ. Αυτή η διαφορά - που στην ουτοπική υπερβολή της θα επέτρεπε η άμεση δημοκρατία να είναι η πλέον δημοκρατική και η διαλεκτική να είναι η μόνη βάση διαπραγμάτευσης της γνώσης και της επιθυμίας - αναιρείται εντελώς στους πανηγυρισμούς καθώς παραδίδεται στο σύνολο τόσο το σώμα (ομαδοποίηση) όσο και το πνεύμα (συνθηματολογία). Μέσα στον ορυμαγδό, δεν δοξάζεται τελικά ο προσωπικός αγώνας του αθλητή (ή άλλου) που ευθύνεται για την νίκη, αλλά αντ’ αυτού ένα αφηρημένο και γενικευμένο συναίσθημα υπεροχής. Με τη λειτουργία της μεταβίβασης ικανοποιούνται έτσι κρυφές συλλογικές επιθυμίες, υποβαθμίζεται η σημασία του αγώνα ως διαδικασία και η νίκη μετατρέπεται σε σύμπλεγμα προσβολής του ηττημένου (η γνωστή χαρά τις “κουρτουνιάς”).

Η πρόσφατη απονομή του βραβείου Νόμπελ οικονομίας στους Χριστόφορο Πισσαρίδη, Πίτερ Ντάιαμοντ και Ντέιλ Μόρτενσεν επανέφερε το πιο πάνω σχήμα θριαμβολογίας. Οι δυο ξένοι επιστήμονες παραμερίστηκαν εντελώς από τα μέσα ενημέρωσης, που με εκφραστικά σχήματα όπως “Νόμπελ στην Κύπρο μας”, “το τρίτο Νόμπελ για τον ελληνισμό” και “Πήραμε το Νόμπελ”, μετέτρεψαν μια από τις πλέον ατομικιστικές διακρίσεις σε πατριωτικό έως και εθνικό θρίαμβο. Η εν λόγω χρήση του πρώτου πληθυντικού είναι προκλητική και γεννά μια σειρά από εύλογα ερωτήματα: Ποιοι είστε “εσείς”; Πότε ακριβώς “εσείς όλοι” γίνατε οικονομικοί αναλυτές; Γιατί ανήκει και σε “εσάς” το Νόμπελ; Και εάν το Νόμπελ ανήκει σε κάποιον πέραν του Πισσαρίδη γιατί δεν ανήκει στους Βρετανούς, όπου σε ένα ανάλογο σχήμα αιτιολόγησης τον μόρφωσαν, τον εργοδότησαν και τον υποστήριξαν;

Σε αυτό το πλαίσιο πιστεύω να είναι βοηθητική η ανάλυση που προτείνει ο Άκης Γαβριηλίδης (1) σχετικά με τη χρήση της κτητικής αντωνυμίας “μου” μετά το ουσιαστικό “λαός” (2). Ο Γαβριηλίδης εντοπίζει τις καταβολές του πιο πάνω στη “λαογραφία του 19ου αιώνα, η οποία καθιέρωσε το συγκεκριμένο γλωσσικό σύνταγμα (π.χ “θρύλοι και παραδόσεις του λαού μας”)”, επιτρέποντας έτσι στον κτήτορα να κατέχει μια “θέση αινιγματική” (3) και να σκέφτεται το λαό “ανθρωπομορφικά, ως ένα (ενιαίο) υποκείμενο σκέψεων, δηλώσεων και πράξεων”. ‘Ενα παρόμοιο λοιπόν εύρημα χρησιμοποιεί ο ίδιος ο “λαός” κατά τις πανηγυρικές εξάρσεις του. Ο προσδιορισμός ενός ομογενοποιημένου “λαού” που οικειοποιείται η ηγεμονική εξαίρεση αντιστρέφεται λοιπόν σε αυτή την περίπτωση απο τον ίδιο τον “λαό” για να οικειοποιηθεί την προσωπική εξαίρεση κάποιου άλλου. Πρόκειται για αντιδάνειο στη κατά συρροήν εθνική μας συμφεροντολογία, αυτή την συμφεροντολογία που προϋποθέτει πως οι έννοιες “έθνος, γένος, λαός, φύλο και φυλή, δεν χρησιμοποιούνται επιστημονικά αλλά συναισθηματικά, προδίδοντας τις προκαταλήψεις του ομιλούντος και τα συμπεράσματα τα οποία προσπαθεί αυτός να εκβιάσει”(4). Είναι λοιπόν σε αυτό το ελαστικό σημασιολογικό πεδίο όπου αναπτύσσονται οι λέξεις και όπου επιτρέπεται η συναισθηματική κατάχρηση τους. Είναι σε αυτό το απροσδιόριστο συναισθηματικό τοπίο όπου εκπληρώνονται οι καταχρήσεις εννοιών και περηφάνιας κάθε είδους, ένθεν και ένθεν.

(1) Άκης Γαβριηλίδης, Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού: Ρίτσος – Ελύτης – Θεοδωράκης – Σβορώνος, Future, 2007
(2) “Λαός μου” σε πρώτο ενικό ή “λαός μας” σε πληθυντικό πρόσωπο
(3) “ο ίδιος “ο ομιλών”, [αφήνει] ασαφές εάν αυτοθεωρείται ως μέρος του κτήματος»
(4) Βίβλους κατά βαρβάρων, Μανόλης Σαββίδης, Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2005.

Νεόφυτος Επιφανείου
19/10/2010

(Δημοσιεύτηκε στον Πολίτη στις 24/10/2010)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου