Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Γλώσσα και Διάλεκτος. Απάντηση στον Γεώργιο Α. Ξένη


Αξιότιμε κ. Ξενή,

Δίστασα κατά πόσο θα ήταν χρήσιμο να σας απευθύνω την πιο κάτω απάντηση. Κυρίως γιατί δεν αναγνωρίζω στο κείμενο σας (Φιλελεύθερος, 25/3/2012) ίχνος επιστημονικότητας, όσο κι αν η ανασφαλής πρόταξη του ακαδημαϊκού σας τίτλου και το επηρμένο ύφος της επιχειρηματολογίας σας προσπαθεί να μας πείσει για το αντίθετο. Αποφάσισα παρόλα αυτά να σας γράψω, σημειώνοντας κάποια πράγματα που θεωρώ αναγκαίο να ακουστούν απέναντι στον αυταρχισμό της γλώσσας σας:

1. Γράφετε: “Η γλώσσα δεν είναι απλώς μέσο επικοινωνίας, αλλά και μέσο που σε βοηθεί στο να δομήσεις και να δηλώσεις την ταυτότητά σου, την αυτοεικόνα και την αυτοσυνειδησία σου.
Προϋποθέτετε με αυτό το σκοτεινό χρησμό ότι η επικοινωνία η ίδια διαφοροποιείται από την λειτουργία της γλώσσας στην δήλωση ταυτότητας; Πώς “βοηθεί” δηλαδή η γλώσσα αφού είναι η συνθήκη μέσα στην οποία υπάρχουμε και με την οποία υπάρχουμε; Εννοείτε μήπως ότι αναγνωρίζετε μια δυνατότητα χειρισμού της γλώσσας που ξεφεύγει από την ίδια την δομή της; Είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύει κανείς ότι μπορεί με τέτοια γλωσσικά τεχνάσματα να αμφισβητήσει, ή έστω να θέσει υπό προβληματισμό, τις δομικές λειτουργίες της γλώσσας, την ίδια στιγμή που την χρησιμοποιεί σαν αγωγό έκφρασης.

2. Γράφετε: “Στην Κύπρο σήμερα υπάρχει μια μικρή ομάδα Ελλήνων Κυπρίων συμπολιτών μας, οι λεγόμενοι Νεοκύπριοι, που έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται και να βιώνουν την εθνοτική τους ταυτότητα ως μη ελληνική. [...]  Οι Νεοκύπριοι με το να θεωρούν τους εαυτούς τους εκτός της ελληνικής εθνικής κοινότητας, με το να αισθάνονται φορείς "κυπριακής εθνικής συνείδησης", θεωρούν τους δύο όρους εντελώς διαφορετικούς και ως εκ τούτου ασυμβίβαστους. Η ομάδα αυτή, επειδή έχει κάποια χαρακτηριστικά εθνικιστικής φύσεως, ονομάζεται ευστόχως από μερικούς και "κυπροσωβινιστική". Με άλλα λόγια εθνικιστές και Νεοκύπριοι είναι το ίδιο πράγμα […].
Δεν είμαι ενήμερος για το ζήτημα των “Νεοκυπρίων” και δυστυχώς δεν μας βοηθάτε να καταλάβουμε σε ποιούς ακριβώς αναφέρεστε με τους πιο πάνω αφηρημένους χαρακτηρισμούς. Παρατηρώ όμως ότι συχνά απόψεις που αμφισβητούν τις δομές των εθνικιστικών και ελληνοκεντρικών αφηγημάτων (κάποιες από αυτές αφορούν και στην συμβολική οργάνωση της γλώσσας) χαρακτηρίζονται ισοπεδωτικά ως “νεοκυπριακές”. Η έννοια του “Νεοκύπριου” λαμβάνει σε αυτή την εξίσωση θέση προσβολής ή χρησιμοποιείται ως υποδήλωση “προδοσίας”. Αυτό μου φαίνεται ότι υπονοείτε κι εσείς με την συνωμοσία ανθελληνισμού που φαντασιώνεστε. Είναι ωστόσο αυτονόητο πως καμία σοβαρή αμφισβήτηση των ταυτοτικών και εθνικών δομών δεν μπορεί να προκύψει μέσα από διαδικασίες που στοχεύουν στην αντικατάσταση τους από μια άλλη, το ίδιο στρωματοποιημένη και δύσκαμπτη ταυτότητα. Μην κόπτεστε λοιπόν, δεν πιστεύω να διατρέχετε κανένα κίνδυνο αντικατάστασης της  ταυτότητάς σας. Τόσο εσείς, όσο και οι “Νεοκύπριοι” σας, εργάζεστε προς μια κοινή κατεύθυνση: αυτήν της διατήρησης των ταυτοτικών αφηγημάτων και της εξουθένωσης κάθε ίχνους διαλεκτικής. Αν όμως κάποιος θέλει πράγματι να δηλώσει την οποιαδήποτε ταυτότητα, ποιος μπορεί να του αρνηθεί το δικαίωμα του στον αυτοπροσδιορισμό; Τελικά, σας υπενθυμίζω πως συνταγματικά ή Κυπριακή Δημοκρατία αναγνωρίζει επίσημα δύο εθνοτικές κοινότητες και δύο διαφορετικές γλώσσες και πως ή σχέση γλώσσας και έθνους, αν και υπήρξε ανέκαθεν βασικό επιχείρημα στην οργάνωση εθνικών συνειδήσεων, δεν αποτελεί στον κόσμο των εθνών-κρατών απαρέγκλιτη παράμετρο. Δείτε το παράδειγμα της αγγλικής που είναι “εθνική γλώσσα” δυο τουλάχιστον εθνών-κρατών (Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και Ηνωμένου Βασιλείου) και αναλογιστείτε ποια μπορεί να είναι η εθνική γλώσσα της Ελβετίας (που αναγνωρίζει επίσημα τέσσερις).

3. Γράφετε: "Η συντριπτική πλειονότητα αναγνωρίζουμε και τις δύο μορφές της ελληνικής γλώσσας ως δική μας γλωσσική περιουσία […]. Επιπλέον χρησιμοποιούμε και τις δύο μορφές αλλά την καθεμία σε διαφορετικές επικοινωνιακές περιστάσεις. Έτσι: 1) τη διάλεκτο τη μεταχειριζόμαστε συνήθως στο αυθόρμητο πλαίσιο της προφορικής επικοινωνίας, στον ιδιωτικό χώρο και γενικά σε πιο ανεπίσημα και καθημερινά επικοινωνιακά περιβάλλοντα. Στο γραπτό λόγο σπάνια τη χρησιμοποιούμε (λ.χ. σε διαλεκτόφωνη λογοτεχνία) - και αυτό συνέβαινε ανέκαθεν - με αποτέλεσμα η διάλεκτός μας, όπως και οι άλλες διάλεκτοι της ελληνικής γλώσσας, να μην έχει επίσημο σύστημα γραφής ούτε σταθερές ορθογραφικές συμβάσεις. 2) Τη Νεοελληνική Κοινή (ή, όπως επίσης λέγεται, την Πρότυπη Νέα Ελληνική) τη χρησιμοποιούμε στο γραπτό μας λόγο, στο δημόσιο χώρο, αλλά όμως και στον προφορικό λόγο (κυρίως στις πιο επίσημες εκφάνσεις του ή σε λογιότερα υφολογικά επίπεδά του). Η μορφή αυτή είναι επίσης αυτή που το Σύνταγμα αναγνωρίζει ως επίσημη γλώσσα της Κυπριακής Δημοκρατίας και έχει καθιερώσει, όπως άλλωστε και το ελληνικό κράτος, στην εκπαίδευση, στην επιστήμη, στη διοίκηση, στη νομοθεσία
Η εμμονή σας να νομιμοποιείτε τα πάντα μέσα από την λογική της “πλειοψηφίας” είναι, εκτός από ανθρωπιστικά προβληματική, και αντιδημοκρατική. Είναι αναγκαίο να αποδεχτείτε, η έστω να αναγνωρίσετε, το γεγονός ότι με το να είναι κανείς πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν είναι απαραίτητα Έλληνας (μια τέτοια ισοπεδωτική στάση υποχρέωσε στο παρελθόν την κοινότητα των Αρμενίων να προσδιοριστεί παράλογα ως ελληνοκυπριακή). Υποπίπτετε επίσης στο λογικό ολίσθημα ότι με το να μιλά κανείς ελληνικά αυτό τον καθιστά αυτόματα και Έλληνα (με αυτό τον τρόπο, ο φίλος μου ο Marc που κατάγεται από το Λονδίνο και που μιλά εξίσου καλά ελληνικά με εσάς, θα έπρεπε απαραίτητα να είναι Έλληνας). Όσον αφορά στον διαχωρισμό της σχέσης “διαλέκτου” και “κοινής νεολληνικής” νομίζω ότι θα σας ήταν χρήσιμο να ενημερωθείτε καλύτερα. Υπάρχει σημαντική κριτική λογοτεχνία για την συμβολική τους ιεράρχηση και τα προβλήματα “διγλωσσίας” που προκύπτουν από απόψεις σαν τις δικές σας. Ας μην ξεχνούμε άλλωστε ότι ο όρος “diglossia”, τον οποίο εισήγαγε ο επιφανής γλωσσολόγος Charles A. Ferguson, στηλίτευε ακριβώς αυτά τα φαινόμενα, χρησιμοποιώντας και το παράδειγμα της Ελλάδας με την αυταρχική, και εν τέλει αδιέξοδη, επιβολή της καθαρεύουσας.  Σας συστήνω επίσης να μελετήσετε σοβαρότερα το ζήτημα της σχέσης μεταξύ γλώσσας, διαλέκτου, αποτύπωσης και λογοτεχνίας. Η κυπριακή διάλεκτος παρήγαγε και παράγει λογοτεχνία (βλέπε τα προφανή παραδείγματα των ερωτικών ποιημάτων του 16ου αιώνα και τους ποιητές Βασίλη Μιχαηλίδη και Δημήτρη Λιπέρτη) (1) και η επιστημονική προσπάθεια αναζήτησης αλφάβητου για την απόδοση της δεν είναι τόσο σύγχρονη όσο νομίζετε. Τελικά ως φιλόλογος θα έπρεπε να γνωρίζετε πως η ελληνική γλώσσα αναγνωρίζει ως σημαντικό μέρος της λογοτεχνικής της παρακαταθήκης κείμενα που δεν αποτυπώνονται με το συμβατικό ελληνικό αλφάβητο (βλέπε ενδεικτικά το παράδειγμα της Ερωφίλης του Γεώργιου Χορτάτση και της Θυσίας του Αβραάμ του Βιτσέντζο Κορνάρο, και τα δύο γραμμένα σε λατινικούς χαρακτήρες). Η γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός που αλλάζει όσο αλλάζουμε και μας αλλάζει, αλλάζοντας. Μην κόπτεστε λοιπόν να την προστατεύσετε. Η ίδια δεν αφήνει περιθώρια για τέτοιου είδους αυταρχισμούς. Το φαινόμενο των “greeklish” είναι πιστεύω ένα καλό σύγχρονο μέτρο στοχασμού.

4. Γενικότερα στο κείμενο σας κάνετε μια σειρά από αδέξιες αναγωγές που αγνοούν σημαντικά επιστημονικά κεκτημένα της σύγχρονης μελέτης των γλωσσών. Η αξιολογική αντιπαραβολή της διαλέκτου, που παρουσιάζετε ως κίνδυνο για την γλώσσα, τοποθετεί παράδοξα την διάλεκτο έξω από την ίδια την γλώσσα, σημειώνοντας μια προφανή ιδεολογική αυθαιρεσία. Όπως γραφή η Ρέα Δελβερούδη : “Στην αρχαία Eλλάδα οι διάλεκτοι αττική, ιωνική, αιολική και δωρική ήταν γλωσσικές ποικιλίες, οι οποίες παρουσιάζαν μεταξύ τους διαφορές αλλά και τυπικές ομοιότητες, που επέτρεπαν την υπόταξή τους κάτω από μια κοινή, αφηρημένη έννοια, την ελληνική γλώσσα. Kατά τον ίδιο τρόπο, η νέα ελληνική είναι ένα σύνολο διαλέκτων (π.χ. κυπριακή, ποντιακή), ενώ η κοινή νεοελληνική μπορεί να θεωρηθεί ως μια διάλεκτος της νέας ελληνικής με ιδιαίτερο κύρος και γενικευμένη χρήση.” (2) Κατά συνέπεια η έννοια της μητέρας-γλώσσας που χρησιμοποιείτε ως μέτρο εθνικής αξιολόγησης δεν είναι παρά προϊόν μιας σειράς ιστορικών διεργασιών. Η πρόταση του Max Weinreich “γλώσσα είναι η διάλεκτος με στρατό και ναυτικό” αποτελεί εύστοχη απάντηση σε τέτοιου είδους απόψεις. Τελικά, “δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από την πλευρά της γλωσσολογίας ότι υπάρχουν "κατώτερες" και "ανώτερες" γλώσσες, κατά τον ίδιο τρόπο δεν είναι νόμιμο να ιεραρχηθούν αξιολογικά οι διαφορετικές μορφές των επιμέρους γλωσσών. Γι' αυτό τον λόγο η κοινωνιογλωσσολογία δέχεται ότι κάθε ομιλητής χρησιμοποιεί μία - τουλάχιστον- διάλεκτο, ακόμα και αν αυτή συμπίπτει με τη γλωσσική ποικιλία που έχει επιλεγεί ως νόρμα. Εξάλλου, όλες οι σημερινές "σημαντικές" γλώσσες υπήρξαν κάποτε απλές διαλέκτοι.” (3) Είναι πολλά τα παραδείγματα από την νεότερη ιστορία που αποδεικνύουν πως η ακριβής οριοθέτηση μεταξύ γλώσσας και διαλέκτού είναι ελάχιστα προϊόν επιστημονικής πραγμάτευση αλλά μάλλον προϊόν πολιτικών και πολιτισμικών διεργασιών.

5. Όσο για την κατακλείδα σας, πιστεύω πως αποτελεί προσβολή σε κάθε λογική. Αν κάποιος αντιμετωπίζει το όλο ζήτημα με “επαρχιώτικη αφέλεια” αυτός είστε εσείς, και μάλιστα μπορεί να προσθέσει κανείς και “με ξιπασμένη υπεροψία”. Κύριε Ξενή, δεν είστε δραγουμάνος της ελληνικής γλώσσας και παρότι διαθέτετε το ύφος, σας λείπει ο τρόπος και η γνώση. Την γλώσσα δεν την χρησιμοποιείτε, όπως νομίζετε. Σας χρησιμοποιεί. Σας συστήνω λοιπόν να επιστρέψετε το γρηγορότερο στα βιβλία. Να διαβάσετε όσο μπορείτε. Μήπως καταφέρετε κάποια μέρα να απαλλαγείτε από τον τίτλο σας και από τα κακά σχήματα που σας κληροδότησε, για να μιλήσετε ίσως έτσι λίγο πιο ελεύθερα. Καθώς μου φαίνεται τελικά ότι ο “σωβινισμός της γλώσσας” που αναπτύσσετε αγγίζει τα θλιβερά και επικίνδυνα όρια της ανοησίας.

Με τιμή,
Νεόφυτος Επιφανείου
Γενεύη (5/4/2012)

(1) “(…) H νεοελληνική διάλεκτος της Κύπρου γράφεται εδώ και αιώνες, πρόκειται μάλιστα για μία από τις πρώτες νεοελληνικές διαλέκτους από τις οποίες έχουμε γραπτά μνημεία. Αρκεί κανείς να θυμηθεί τις απαρχές, τα πετραρχικής εμπνεύσεως ερωτικά ποιήματα του 16ου αιώνα, και όλη τη συνακόλουθη γραμματεία, διερευνημένη ή μη, όπως συνεχίζεται τον 19ο αιώνα μέσω των Βασίλη Μιχαηλίδη, Δημήτρη Λιπέρτη – αλλά και άλλων πολλών – μέχρι και σήμερα, αναφόροντας δειγματοληπτικά τον ποιητή Κώστα Βασιλείου ή τα βιβλία του χαράκτη Χαμπή.” (Γράφονται τα κυπριακά; Φοίβος Παναγιωτίδης, Επίκουρος Καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Πολίτης, 1/4/2007)
(2) Τι είναι γλώσσα και τι διάλεκτος , Ρέας Δελβερούδη, Αναπληρώτριας Καθηγήτριας  Γαλλικής Γλώσσας και Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
(3) Idem

(Δημοσιεύτηκε στον Πολίτη, στις 22/04/2012)
------

Κυπριακή διάκεκτος: χρήση και νεοκυπριακή παράχρηση
Άρθρο του Γεωργίου Α. Ξένη (Φιλελεύθερος, 25/3/2012). 


1. Η γλώσσα δεν είναι απλώς μέσο επικοινωνίας, αλλά και μέσο που σε βοηθεί στο να δομήσεις και να δηλώσεις την ταυτότητά σου, την αυτοεικόνα και την αυτοσυνειδησία σου. Το πώς δηλαδή αντιλαμβάνεσαι τον εαυτό σου ή και επίσης το τι πολιτισμικά μηνύματα θέλεις να εκπέμψεις το εκφράζεις και μέσω της γλώσσας που χρησιμοποιείς. Η δεύτερη αυτή λειτουργία της γλώσσας είναι σημαντικότατη και γι’ αυτό αποτελεί χωριστό κλάδο στην κοινωνιογλωσσολογία υπό τον τίτλο «γλώσσα και ταυτότητα». Η κοινωνιογλωσσολογική αυτή διάσταση, αν και είναι τόσο σημαντική, παραμελήθηκε αισθητά στις συζητήσεις που έγιναν τελευταία στον τύπο με θέμα την κυπριακή διάλεκτο.

2. Στην Κύπρο σήμερα υπάρχει μια μικρή ομάδα Ελλήνων Κυπρίων συμπολιτών μας, οι λεγόμενοι Νεοκύπριοι, που έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται και να βιώνουν την εθνοτική τους ταυτότητα ως μη ελληνική. Ενώ η πλειονότητα του πληθυσμού, αν ήθελε να εκφράσει την εθνική της συνείδηση, θα χρησιμοποιούσε μια διατύπωση του τύπου «είμαι Κύπριος και ως εκ τούτου Έλληνας», η ομάδα αυτή θα έλεγε «είμαι Κύπριος και όχι Έλληνας». Δηλαδή ενώ γενικά η σχέση του «Κύπριος» προς το «Έλληνας» εκλαμβάνεται ως σχέση υποσυνόλου προς σύνολο, οι Νεοκύπριοι με το να θεωρούν τους εαυτούς τους εκτός της ελληνικής εθνικής κοινότητας, με το να αισθάνονται φορείς «κυπριακής εθνικής συνείδησης», θεωρούν τους δύο όρους εντελώς διαφορετικούς και ως εκ τούτου ασυμβίβαστους. Η ομάδα αυτή, επειδή έχει κάποια χαρακτηριστικά εθνικιστικής φύσεως, ονομάζεται ευστόχως από μερικούς και «κυπροσωβινιστική». Με άλλα λόγια εθνικιστές και Νεοκύπριοι είναι το ίδιο πράγμα - αλλά το θέμα αυτό θα το αναλύσουμε προσεχώς με άξονα τη σχέση έθνους και κράτους.

3. Οι δύο αυτές διαφορετικές θεωρήσεις της εθνικής ταυτότητας επόμενο είναι, με βάση τα όσα αναφέραμε στο σημείο (1), να οδηγούν σε διαφορετικές στάσεις απέναντι στις δύο μορφές ελληνικής γλώσσας που χρησιμοποιούμε στην Κύπρο σήμερα, δηλ. απέναντι στην κυπριακή διάλεκτο και τη Νεοελληνική Κοινή. Η συντριπτική πλειονότητα αναγνωρίζουμε και τις δύο μορφές της ελληνικής γλώσσας ως δική μας γλωσσική περιουσία – δεν είναι η μία δική μας και η άλλη ξένη και αλλότρια. Επιπλέον χρησιμοποιούμε και τις δύο μορφές αλλά την καθεμία σε διαφορετικές επικοινωνιακές περιστάσεις. Έτσι: 1) τη διάλεκτο τη μεταχειριζόμαστε συνήθως στο αυθόρμητο πλαίσιο της προφορικής επικοινωνίας, στον ιδιωτικό χώρο και γενικά σε πιο ανεπίσημα και καθημερινά επικοινωνιακά περιβάλλοντα. Στο γραπτό λόγο σπάνια τη χρησιμοποιούμε (λ.χ. σε διαλεκτόφωνη λογοτεχνία) - και αυτό συνέβαινε ανέκαθεν - με αποτέλεσμα η διάλεκτός μας, όπως και οι άλλες διάλεκτοι της ελληνικής γλώσσας, να μην έχει επίσημο σύστημα γραφής ούτε σταθερές ορθογραφικές συμβάσεις. 2) Τη Νεοελληνική Κοινή (ή, όπως επίσης λέγεται, την Πρότυπη Νέα Ελληνική) τη χρησιμοποιούμε στο γραπτό μας λόγο, στο δημόσιο χώρο, αλλά όμως και στον προφορικό λόγο (κυρίως στις πιο επίσημες εκφάνσεις του ή σε λογιότερα υφολογικά επίπεδά του). Η μορφή αυτή είναι επίσης αυτή που το Σύνταγμα αναγνωρίζει ως επίσημη γλώσσα της Κυπριακής Δημοκρατίας και έχει καθιερώσει, όπως άλλωστε και το ελληνικό κράτος, στην εκπαίδευση, στην επιστήμη, στη διοίκηση, στη νομοθεσία κτλ.

4. Κοινωνιογλωσσολογικά θεωρούμενη η Νεοελληνική Κοινή εκφράζει τη σύνδεσή μας με το υπόλοιπο ελληνικό έθνος, εκφράζει την ελληνική εθνική μας συνείδηση και καταγωγή. Αυτό συμβαίνει, διότι η Νεοελληνική Κοινή έχει καταστεί το κοινό εκφραστικό όργανο που καλύπτει όλους τους Έλληνες, ανεξαρτήτως και πέραν των ιδιαιτέρων διαλέκτων τους (λ.χ. των κρητικών, των δωδεκανησιακών κτλ). Από την άλλη πλευρά, η κυπριακή διάλεκτος, για την πλειοψηφία του λαού μας, δηλώνει την εξειδίκευση της πανελλήνιας εθνικής ταυτότητας στην ιδιαίτερή μας πατρίδα, την Κύπρο.

5. Διαφορετικά λειτουργούν οι γλωσσικές αυτές μορφές για την ομάδα εκείνη που αυτοπροσδιορίζονται ως «Κύπριοι και όχι Έλληνες». Οι Νεοκύπριοι, δεδομένου ότι έχουν κυπριακή εθνική συνείδηση, έχουν δυσκολία αποδοχής της Νεοελληνικής Κοινής. Προσπαθούν λοιπόν να την εκτοπίσουν από το γλωσσικό χάρτη της Κύπρου και τις αρμοδιότητες που επιτελεί στη γλωσσική κοινότητα της Κύπρου να τις μεταφέρουν στην κυπριακή (τις αρμοδιότητες αυτές τις περιγράψαμε στο σημείο (3)). Η κυπριακή δεν θα πρέπει κατ’ αυτούς να μένει στις ανεπίσημες χρήσεις που περιγράψαμε στο σημείο (3), αλλά θα πρέπει να εισαχθεί και στο γραπτό λόγο, στις επίσημες εκφάνσεις του προφορικού, σε όλα τα υφολογικά επίπεδα. Για να διατυπώσουμε την επιδίωξή τους με πληρότητα: θέλουν να αναδείξουν την κυπριακή σε γλώσσα, δηλαδή σε ένα πλήρες σύστημα επικοινωνίας χρησιμοποιούμενο τόσο στο γραπτό όσο και στον προφορικό λόγο, και στο κάθε είδους λόγο να καλύπτει τόσο το επίσημο/επιστημονικό όσο και το ανεπίσημο/καθημερινό υφολογικό επίπεδο. Μόνον τότε ο Νεοκύπριος θα ησυχάσει, διότι μόνο τότε δεν θα υπάρχει χώρος για τη βλαβερή για το «κυπριακό έθνος» Νεοελληνική Κοινή.

6. Η κυπριακή όμως στην παρούσα της, διαλεκτική, μορφή είναι ακατάλληλη στο να λειτουργήσει ως γλώσσα, διότι παρουσιάζει τις ελλείψεις που είναι χαρακτηριστικές κάθε διαλέκτου. Έτσι άρχισε η προσπάθεια να της δοθούν τα απαραίτητα στοιχεία που της λείπουν. Εξ υπαρχής πρέπει να τονίσουμε ότι η μετατροπή μιας διαλέκτου σε γλώσσα είναι ένας εφικτός στόχος. Να υπενθυμίσουμε απλώς ότι η ίδια η Νεοελληνική Κοινή ξεκίνησε ως πελοποννησιακή-επτανησιακή διάλεκτος. Η προσπάθεια λοιπόν είναι δοθούν στην κυπριακή τα εξής στοιχεία: α) αφού θέλουν να την καταστήσουν και όργανο γραπτού λόγου, προσπαθούν να της δημιουργήσουν ένα επίσημο σύστημα γραφής, το οποίο θα περιλαμβάνει ένα ιδιαίτερο αλφάβητο καθώς και σταθερές ορθογραφικές συμβάσεις. Το αλφάβητο αυτό θα πρέπει να περιέχει και σύμβολα που απουσιάζουν από το ελληνικό αλφάβητο, καθώς οι Κύπριοι έχουμε και φθόγγους (ήχους) που λείπουν από τους φθόγγους της Κοινής (σκεφθείτε λ.χ. τους ουρανοφατνιακούς φθόγγους που υπάρχουν στη διαλεκτική μορφή του «καιρός» και του «χιόνι»). Μάλιστα υπάρχει η τάση στους νεοκυπριακούς κύκλους να προκρίνεται τέτοια ορθογραφική σύμβαση που θα συσκοτίζει την ετυμολογία της λέξης, ώστε να μην μπορεί να γίνει ορατή η ελληνική της ρίζα (λ.χ. «σιόνι» με σύμβολο επάνω στο σ αντί «χιόνι» με σύμβολο επάνω στο χ). β) Επιδιώκουν να δώσουν στην κυπριακή ένα πλουσιότερο λεξιλόγιο, με την ανάσυρση λέξεων που εν τω μεταξύ περιέπεσαν σε αχρησία από τη διάλεκτο των μακαριστών πάππων και προπάππων μας. γ) Συντάσσουν λεξικά, γραμματικές, συντακτικά, ώστε να υπάρξει μεγαλύτερη τυποποίηση κανόνων και να διευκολυνθεί η γραφή και διδασκαλία της κυπριακής. δ) Προσπαθούν να της εξασφαλίσουν πρόσβαση στην κρατική εκπαίδευση και ευκαιρία να αναδειχθεί σε όργανο εγγραμματισμού (αυτό το τελευταίο διευκολύνεται από την προσπάθεια να αποκτήσει η κυπριακή γραπτή παράδοση), ώστε να εκπαιδευθούν αναλόγως οι μελλοντικές γενιές και να εμπεδωθεί περισσότερο η «κυπριακή εθνική ταυτότητα». Σημειωτέον ότι στις άλλες διαλεκτόφωνες περιοχές του ελληνισμού κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. ε) Προσπαθούν να της εξασφαλίσουν μεγαλύτερη πρόσβαση στα ΜΜΕ και σε διαδικτυακούς χώρους κοινωνικής δικτύωσης, ώστε να εξασφαλιστεί η απαραίτητη κοινωνική δυναμική υπέρ της νεότευκτης γλώσσας ιδίως μεταξύ των νέων. στ) Επιχειρούν να δώσουν περισσότερα παραδείγματα γραπτού λόγου στην κυπριακή και κατά προτίμηση σε είδη κειμένων που ο λαός θεωρεί ότι μόνο η Κοινή είναι κατάλληλη, με σκοπό να καταρριφθεί αυτή η εντύπωση (βλ. λ.χ. τη City Free Press της 15ης Φεβρουαρίου, σελ. 12-14, όπου ένα γλωσσολογικό θέμα αναπτύσσεται στην κυπριακή). Βέβαια πρέπει να τονιστεί ότι η επιστημονική μελέτη της διαλέκτου μας, όπως και όλων των άλλων ελληνικών διαλέκτων, είναι εγχείρημα αξιέπαινο. Οι Νεοκύπριοι όμως υποβάλλουν αυτά τα μελετήματα σε ιδεολογική παράχρηση.

7. Κάποιος μπορεί να διερωτηθεί: «η κυπριακή διάλεκτος είναι μέρος της ελληνικής γλώσσας. Επομένως και αν ακόμη αναχθεί σε γλώσσα, θα έχουμε δύο ελληνικές γλώσσες». Η απάντηση είναι ότι ο Κύπριος διαθέτει ήδη πλήρες σύστημα επικοινωνίας, τη Νεοελληνική Κοινή. Δεν υποψιάζεται ο διερωτώμενος προς τι όλη αυτή η κοπιώδης προσπάθεια για δεύτερη γλώσσα; Αν όχι, ας διαβάσει εκ νέου το σημείο (1) του κειμένου αυτού. Επίσης ας λάβει υπόψη ότι λ.χ. η ιταλική και η ρουμανική προέρχονται και οι δύο ετυμολογικά από την ίδια ρίζα, τη λατινική γλώσσα. Όμως η ρουμανική και η ιταλική εθνική ταυτότητα δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Δηλαδή είναι κοινωνιογλωσσικό ζήτημα ιδεολογίας και ταυτότητας, όχι θέμα ετυμολογίας.

8. Εν κατακλείδι, η Κύπρος έχει μια γλωσσική πραγματικότητα που μέσα από ένα συνδυασμό διαλέκτου και Κοινής την εξυπηρετεί εξ ολοκλήρου τόσο στο προφορικό όσο και στο γραπτό επίπεδο, και μάλιστα σε όλο το υφολογικό φάσμα του κάθε επιπέδου. Είναι αλήθεια ότι δεν αποδίδουμε εξίσου καλά στους τομείς όπου χρησιμοποιούμε την Κοινή και στους τομείς όπου χρησιμοποιούμε τη διάλεκτο, αλλά επί τούτου θα πρέπει να επανέλθουμε. Το βέβαιο είναι ότι η νεοκυπριακή συνταγή, να εκτοπιστεί δηλ. η Κοινή και να κατισχύσει πλήρως η κυπριακή, ως γλώσσα πλέον, δεν είναι επιλογή. Πρώτο και κυριότερο, διότι ο λαός μας δεν είναι διατεθειμένος να επαναπροσδιορίσει την εθνική του ταυτότητα (σημείο 1). Δεύτερο, πρόκειται για μια επαρχιώτικη αφέλεια: η εποχή μας είναι οικουμενική και εξωστρεφής, και το να δημιουργήσουμε μια αμελητέα κοινότητα των πεντακοσίων χιλιάδων ομιλητών «νεοκυπριακής γλώσσας», αποκομμένη από την ελληνική γλώσσα, είναι ενέργεια αυτοαπομόνωσης και επομένως ταχείας περιθωριοποίησης της ίδιας της διαλέκτου μας, ιδίως τώρα που η αγγλική γλώσσα στην Κύπρο ασκεί προϊούσα επίδραση. Η πολιτική μας πρέπει να είναι ακριβώς η αντίθετη: σύσφιγξη των σχέσεων της διαλέκτου μας με την Πρότυπη Ελληνική μας γλώσσα, ισχυρότερες γέφυρες γλωσσικής επικοινωνίας με τους υπόλοιπους Έλληνες (ιδίως τώρα που φθάνουν στο νησί μας σε μεγαλύτερους αριθμούς λόγω των γνωστών προβλημάτων της Ελλάδας), όχι τείχη διαχωρισμού και διαιρέσεων προκειμένου να εξυπηρετήσουμε τις ιδεοληψίες κάποιων ελάχιστων φανατισμένων κυπροσωβινιστών!


Απαντητική επιστολή από τον κ. Αλέξανδρο Γεωργίου που ακολούθησε τη δημοσίευση της επιστολής μου και απαντητική επιστολή του κ. Κ. Γιαγκουλλής προς τον κ. Αλέξανδρο Γεωργίου


Αντί διαλόγου, ύβρεις
Του Αλέξανδρου Γεωργίου

Δημοσιεύτηκε στον “Πολίτη” της 22.4.2012 μια ανοικτή επιστολή με αποστολέα τον αγνώστων επιστημονικών και πραγματικών στοιχείων Νεόφυτο Εποφανείου και με αποδέκτη τον αναπληρωτή καθηγητή του Πανεπιστημίου Κύπρου Γεώργιο Ξενή. Πρόκειται για έναν κυκεώνα ιδεών κακώς οργανωμένων και διανθισμένο με ένα ψευτοκουλτουριάρικο και εν πολλοίς ακατανόητο ύφος. Εκτός από αυτά η επιστολή αποδίδει ιδέες στον κ. Ξενή που ποτέ δεν υποστήριξε (λ.χ. ότι η κυπριακή διάλεκτος είναι κίνδυνος για την ελληνική γλώσσα!) ή παρουσιάζει ως δικές της ιδέες που ήδη υποστήριξε ο κ. Ξενής (λ.χ. όλες οι σημερινές σημαντικές γλώσσες υπήρξαν κάποτε απλές διάλεκτοι). Υπάρχουν βέβαια και οι φρικτές και βαρετές κοινοτοπίες (Η γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός…). Δεν λείπουν τέλος  τα στοιχεία εκείνα που ενώ ο αρθρογράφος  θεωρεί ότι υποστηρίζουν τις δικές του θέσεις στην πραγματικότητα βοηθούν τα επιχειρήματα του κ. Ξενή (βλ. Πιο κάτω παράγραφο 4)!

Το ήθος του κειμένου. Η κριτική πρέπει να είναι καλοπροαίρετη και να αφορά θέσεις, τοποθετήσεις, απόψεις, επιχειρήματα. Ωστόσο η εν λόγω ανοικτή επιστολή είναι ένα ισοπεδωτικό κείμενο στρεφόμενο κατά του προσώπου του κ. Ξενή  και όχι κατά των επιστημονικών του απόψεων! ‘Υβρεις, προσβολές, γραφικές και γελοιώδεις υποδείξεις του τύπου “επίστρεψε στα μαθητικά θρανία”, “μάθε γράμματα” (σε διεθνώς καταξιωμένο επιστήμονα και προσφάτως βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών!) και πολλά άλλα ευτράπελα στοιχεία προσπαθούν να υποκαταστήσουν τον επιστημονικό διάλογο. Πλήρες έλλειμμα ευπρέπειας και δεοντολογίας! Απορεί κανείς πώς το έλλειμμα αυτό βρίσκει δίοδο σε βήμα δημόσιας έκφρασης. Το μόνο χρήσιμο στο επίπεδο αυτό είναι ότι ο συγγραφέας με τη συναισθηματική του φόρτιση και την απώλεια ελέγχου της συμπεριφοράς του αποδεικνύει ότι το θέμα που έθιξε ο κ. Ξενής είναι όντως βαθύτατα ιδεολογικό και συνδέεται με διαφορετικές αντιλήψεις ταυτότητας και αυτοεικόνας. Έτσι πιστοποιεί εμμέσως (και χωρίς να το θέλει ασφαλώς) την ορθότητα της αναλύσεως του κ. Ξενη.

Παρακάτω ακολουθούν κάποια σχόλια:
1. Σχετικά με την κυπριακή διάλεκτο και τη Νεοελληνική Κοινή στην Κύπρο.
Τα όσα έχει γράψει ο κ. Ξενής θα μπορούσαν να συνοψιστούν στα εξής: η Κυπριακή Ελληνική είναι η ποικιλία (διάλεκτος) της ελληνικής γλώσσας που ομιλείται στην Κύπρο και αποτελεί πηγή πλούτου για την ελληνική. Οι ομιλητές της κυπριακής ελληνικής χρησιμοποιούν τη διάλεκτο κατεξοχήν σε ανεπίσημες περιστάσεις επικοινωνίας, όπως για παράδειγμα σε φιλικές συζητήσεις. Ωστόσο, στην Κύπρο οι ομιλητές δεν χρησιμοποιούν μόνο τη διάλεκτό τους: μιλούν και γράφουν - ιδιαίτερα σε επίσημες περιστάσεις επικοινωνίας - την Κοινή Ελληνική. Με άλλα λόγια αξιοποιούν δημιουργικά και τη διάλεκτο και την Κοινή, πράγμα που τους επιτρέπει να επιτυγχάνουν τους επικοινωνιακούς τους σκοπούς. Δεν απορρίπτουν καμία μορφή σε αντίθεση με τους νεοκύπριους που απορρίπτουν τη Νεοελληνική Κοινή (βλ. Πιο κάτω παράγραφο 3)

2. Σχέση γλώσσας και (εθνικής) ταυτότητας – ιδεολογίας
Να επαναλάβουμε γνωστά πράγματα εδώ για να απαντήσουμε στο σημείο 1 του αρθρογράφου, το οποίο είναι βέβαια συγκεχυμένο και διατυπωμένο με αδέξιο τρόπο. Ο πατέρας της σύγχρονης γλωσσολογίας de Saussure προσφέρει τη θεωρητική βάση για να κατανοήσουμε πώς είναι δυνατόν από τη γλώσσα να δομείται ιδεολογία και ταυτότητα: διακρίνει ανάμεσα σε “λόγο” (langue) και “ομιλία” (parole) και παρόμοιες διακρίσεις έκαναν και άλλοι γλωσσολόγοι, όπως λ.χ. ο Δανός (1961) Hjelsmlev και ο Αμερικανός Chomsky (1965). Ο “λόγος” αφενός αφορά στο γλωσσικό σύστημα, δηλ. Στο μηχανισμό της γλώσσας, και η “ομιλία” αφετέρου αφορά στην πραγμάτωση του συστήματος αυτού στην κάθε συγκεκριμένη επικοινωνιακή περίσταση. Ο καθένας αξιοποιεί το γλωσσικό σύστημα για να πει πράγματα, αλλά βεβαίως ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιεί κανείς το σύστημα, δηλαδή οι συγκεκριμένες γλωσσικές επιλογές που κάνει σε επίπεδο λεξιλογίου, δομών κτλ. “κτίζουν” και φανερώνουν την προσωπική του ιδιόλεκτο, το προσωπικό του ύφος, αποτελούν έκφραση της ηλικίας του, του φύλου του, της ταυτότητάς του και βεβαίως της ιδεολογίας του. Στην περίπτωση της Κύπρου η δόμηση ταυτότητας είναι ακόμη πιο εύκολη διότι έχουμε δύο ποικιλίες της ίδιας γλώσσας και όχι μόνο μία τη νεοελληνική κοινή και την κυπριακή διάλεκτο. Πρόσφατα ιστορικά παραδείγματα αλληλοσυσχετισμού γλώσσας και εθνικής ταυτότητας μπορεί κανείς να διαβάσει στον Greenberg (2004).

3. Σχετικά με τους νεοκυπρίους.
Γράφω τα ακόλουθα, δεδομένου ότι ο συγγραφέας του άρθρου της προηγούμενης Κυριακής παραδέχεται ότι δεν γνωρίζει πολλά για το θέμα. Εκπλήσσει πάντως ότι αυτό το γεγονός δεν τον εμπόδισε να καλύψει ολόκληρη σελίδα της εφημερίδας. Η γλωσσική επιλογή, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι ουδέτερη ιδεολογικά - κάθε άλλο. Ορισμένοι στην Κύπρο έχοντας νεοκυπριακή ταυτότητα (δηλ. Ασπάζονται το αφήγημα “είμαστε Κύπριοι και όχι Έλληνες”), αξιοποιούν την κυπριακή ποικιλία ως φορέα της  ιδεολογίας τους. Ταυτόχρονα - και για τον ίδιο ακριβώς λόγο - προσπαθούν να παραμερίσουν την Νεοελληνική Κοινή από τη γλωσσική κοινότητα της Κύπρου και τούς τομείς χρήσης της να του μεταφέρουν στην κυπριακή διάλεκτο. Στον τομέα της  λογοτεχνίας οι ίδιοι αυτοί κύκλοι προσπαθούν να κατασκευάσουν μια αυτόνομη κυπριακή λογοτεχνία. Επί του τελευταίου τούτου υπάρχει η εξαιρετική μελέτη - βιβλιοκρισία του καθηγητή κ. Παντελή Βουτουρή στο 12ο τεύχος του περιοδικού “Πλανόδιον”. Το ιδεολόγημα εκφράζεται και στο επίπεδο των ιστορικών σπουδών. Εγώ προσωπικά δεν έχω κανένα πρόβλημα με τη έκφραση διαφορετικής εθνικής ταυτότητας. Ο καθένας μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται εθνικά ή θρησκευτικά όπως θέλει. Ωστόσο ορισμένοι ακραίοι εθνικιστές  νεοκύπριοι, τους οποίους ο κ. καθηγητής όπως και άλλοι καθηγητές πριν από αυτόν αποκαλούν “κυπροσοβινιστές” προσπαθούν να ασκήσουν πολιτική και να επιβάλουν την ιδεολογία τους στον κυπριακό ελληνισμό με ανέντιμα μέσα. Λέγω με “ανέντιμα μέσα”, επειδή σκοπίμως αποκρύπτουν την ταυτότητά τους και τη βαθύτερη προσπάθεια τους για δημιουργία “κυπριακής εθνικής συνείδησης” και προσπαθούν να περάσουν τις επιλογές τους στην κυπριακή κοινωνία και στο κατοικώ εκπαιδευτικό σύστημα ως κάτι που είναι ουδέτερο δήθεν ιδεολογικά. Αυτό εκτός από ανέντιμο είναι επίσης και αντιδημοκρατικό και επικίνδυνο. Επίσης επικίνδυνος είναι ο επαρχιωτισμός που τους διακρίνει και η προσπάθεια δημιουργίας ενός κλειστού κοινωνικού  δικτύου τη στιγμή που όλος ο προηγμένος κόσμος κινείται προς την ανοικτή κοινωνία. Το νεοκυπριακό εθνικό αφήγημα / ιδεολόγημα είναι συνταγή οπισθοδρόμησης και αυτοπεριχαράκωσης, και δικαιολογημένα συγκεντρώνει τα πυρά πολλών διανοουμένων. Ορθότατα ο κ. Ξενής περιγράφει την ιδεολογική τάση και δεν κατονομάζει πρόσωπα: η προσωποποίηση της συζήτησης και η στοχοποίηση συμπολιτών μας είναι ένα από τα θλιβερά στοιχεία του δημόσιου λόγου της Κύπρου. Βέβαια αυτό δεν είναι αρεστό σε ανθρώπους που δεν έχουν επιχειρήματα και τους είναι ευκολότερο να κάνουν ad hominem, επιθέσεις, όπως είναι ο αρθρογράφος της ανοικτής επιστολής.

4. Max Weinreich: “γλώσσα είναι η διάλεκτος με στρατό και ναυτικό”. 
Η θέση αυτή είναι πολύ γνωστή. Οι νεοκύπριοι την ξέρουν πολύ καλά και θεωρούν ακριβώς ότι μετά τη δημιουργία ανεξάρτητου κυπριακού κράτους η κυπριακή διάλεκτος απέκτησε στρατό και ναυτικό και επομένως είναι έτοιμη με περαιτέρω επεξεργασία να αναχθεί σε γλώσσα. Αυτήν την επιπρόσθετη επεξεργασία στην οποία υποβάλλουν οι νεοκύπριοι τη διάλεκτο μας την έχει παρουσιάσει ο κ. Ξενής αναλυτικά.

Αναφορές:
Βουτουρής, Π. (2011). Η ιδεολογική κατασκευή μιας νεοκυπροακής λογοτεχνίας, ανάτυπο από το περιοδικό “Πλανόδιον”, τόμ. ΙΒ’, αρ. 51, Αθήνα
Chomksy, N. (1965). Aspects of the Theory of Syntax. Cambridge.
Greenberg, R. (2004). Language and Identity in the Balkans: Serbo-Croation and its Distengration. Oxford.
Hjelmslev, L. (1961). Prolegomena to a Theory of Language. @nd rev. English translation by F.J. Whitfield, Madison.

(Δημοσιεύτηκε στον Πολίτη, στις 29/04/2012)



Αντί διαλόγου, ο αυτοθαυμασμός

Το πουλλίν το σιεζαρίδιν όπου πάει το κωλίν του παίρνει το!

Το κείμενο του κ. Αλέξανδρου Γεωργίου (στο εξής A.Γ) με τίτλο «Αντί διαλόγου, ύβρεις» (εφ. Πολίτης, ημ. 29 Απριλίου 2012) πολύ με εξέπληξε. Ο τίτλος που δόθηκε στο κείμενο είναι τουλάχιστον ατυχής. Ένας άλλος τίτλος, όπως π.χ. «Αντί διαλόγου, ο αυτοθαυμασμός!», θα ανταποκρινόταν, ίσως, πληρέστερα στην «εργολαβική», όπως φαίνεται, προσπάθεια του συγγραφέα του να συνοψίσει τις απόψεις του κ. Γεωργίου Α. Ξενή για την Κυπριακή Ελληνική ως ποικιλία (διάλεκτο) της ελληνικής γλώσσας που ομιλείται στην Κύπρο. Προς τι όμως η συνόψιση αυτή και υπό ποια ιδιότητα την κάνει ένας «άγνωστος» τρίτος και όχι ο ίδιος ο κ. Ξενής, αν έκρινε, βέβαια, ο ίδιος σκόπιμο να την κάνει, υπό το φως της αποτυχίας του να πείσει με τις διατυπωθείσες ως τώρα απόψεις του; Και τι συνόψιση είναι αυτή, η οποία, σε τελευταία ανάλυση, επί μερικών σημείων, είναι εκτενέστερη και από το συνοψισμένο κείμενο του κ. Ξενή που δημοσιεύτηκε στον Τύπο; Προς τι, επίσης, η βιβλιογραφία (N. Chomsky, R. Greenberg, L. Hjelmslev), τη στιγμή που, εξ όσων έχω υπόψη μου, ο ίδιος ο κ. Ξενής ποτέ δεν επικαλέστηκε τη βιβλιογραφία αυτή; Δεν πέρασε από το μυαλό του κ. Α. Γ. ότι η ενέργειά του αυτή είναι δυνατόν να εκθέτει τον κ. Ξενή παρά να τον ενισχύει από την παράλειψή του να το κάνει ο ίδιος;
Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, ο επαρκής αναγνώστης δεν μπορεί παρά να εικάσει ότι ο κ. Α Γ. α) ενεργεί, ίσως, καθ’ υπόδειξη τρίτου ή β) δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, με την έννοια ότι το κείμενο γράφτηκε, ίσως, από κάποιον άλλο.
Οι πιο πάνω εικασίες ενισχύονται, πολύ ή λίγο, από τις εξής επιμέρους παρατηρήσεις:

Α) Ο κ. Α.Γ. (λυπούμαι που δεν τον γνωρίζω) αναφέρεται, αφενός, στον αποστολέα της ανοικτής επιστολής που δημοσιεύτηκε στον Πολίτη (ημ.22 Απρ. 2012) ως «άγνωστων επιστημονικών και πραγματικών στοιχείων», και στον αποδέκτη, αφετέρου, δηλ. «τον αναπληρωτή καθηγητή του Πανεπιστημίου Κύπρου κ. Γεώργιο Ξενή». Από τη μια, λοιπόν, ο Νεόφυτος Επιφανείου (sic), που ως επιστήμονας είναι άγνωστος, όπως, άλλωστε, άγνωστα είναι και τα υπόλοιπα στοιχεία που συγκροτούν το C.V. του, όπως, τουλάχιστον, ισχυρίζεται ο κ. Α.Γ., ενώ από την άλλη έχουμε ενώπιόν μας έναν Αναπλ. Καθηγητή του Πανεπιστημίου Κύπρου, τον κ. Ξενή, ένα «διεθνώς καταξιωμένο επιστήμονα και προσφάτως βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών!» Εν άλλοις λόγοις, από πού ως τα πού ο κ. Επιφανείου (sic) τολμά να αρθρώσει λόγο για ένα τόσο σημαντικό θέμα και προπάντων να τα βάλει με τον κ. Ξενή! Αυτό μου θυμίζει τον «Ανώνυμο» που, θέλοντας να κακίσει την τόλμη του κ. Κ. Γιαγκουλλή να διαφωνήσει με τον κ. Ξενή για τις προκλητικές απόψεις που διατύπωσε για τους μελετητές της Κυπριακής διαλέκτου, έγραψε: «Ο κ. Γιαγκουλλής (…) διεγείρει θυμηδία το ότι «διορθώνει» τον Καθ. κ. Ξενή»! Αν, λοιπόν, ο κ. Επιφανείου (sic) κακώς τολμά να καταθέσει την άποψή του για θέματα γλώσσας, αφού είναι «άγνωστων επιστημονικών και πραγματικών στοιχείων», τότε, mutatis mutandis, και ο κ. Α.Γ. (αν είναι υπαρκτό, όπως εύχομαι, πρόσωπο), κακώς παρεμβαίνει σε μια επιστημονική συζήτηση που δεν τον αφορά, κυρίως γιατί και ο ίδιος, όπως φαίνεται, είναι «άγνωστων επιστημονικών και πραγματικών στοιχείων»! Αν όμως ο κ. Α.Γ. δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, αλλά ένα alter ego κάποιου άλλου (αλήθεια, ποιου;) τότε τα πράγματα αλλάζουν και δε μου πέφτει λόγος για το τεραστίων ηθικών διαστάσεων θέμα που εγείρεται και που πρέπει να διερευνηθεί και να συζητηθεί.

Β) Ο κ. Α. Γ. (ενδιαφέρομαι να μάθω περισσότερα γι’ αυτόν) ισχυρίζεται ότι ο κ. Επιφανείου (sic) χρησιμοποιεί «ένα ψευτοκουλτουριάρικο και εν πολλοίς ακατανόητο ύφος» και «αποδίδει ιδέες στον κ. Ξενή που ποτέ δεν υποστήριξε (λ.χ. ότι η κυπριακή διάλεκτος είναι κίνδυνος για την ελληνική γλώσσα!)» Φαίνεται ότι ο κ. Α.Γ. δε διάβασε τις δημοσιευθείσες επιστολές του κ. Ξενή για την κυπριακή διάλεκτο και τους μελετητές της ή προσπαθεί να συσκοτίσει εκ των υστέρων τα πράγματα και να θολώσει τεχνηέντως το τοπίο. Βέβαια, η ασάφεια και το «ακατανόητο ύφος» είναι τα χαρακτηριστικά του κ. Ξενή, διαφορετικά, αν ήταν εξαρχής σαφής («σοφών το σαφές»), η ανάγκη παρέμβασης του κ. Γεωργίου για να διευκρινίσει και να συνοψίσει εκ των υστέρων τις απόψεις του κ. Ξενή θα ήταν αχρείαστη και περιττή και δε θα έδινε λαβή για εκ διαμέτρου αντίθετες ερμηνείες. Ο όρος Νεοελληνική Κοινή είναι πολυσήμαντος, ο κ. Ξενής όμως δε διευκρινίζει με ποια σημασία τον χρησιμοποιεί, με αποτέλεσμα άλλα να εννοεί αυτός και άλλα οι συνομιλητές του. Σήμερα με τον όρο αυτό τίποτε άλλο δεν εννοούμε παρά τη Νεοελληνική γλώσσα (Γ. Μπαμπινιώτης, εφ. Το Βήμα, ημ. 5.12.1999).

Γ) Ο κ. Α.Γ. (αλήθεια, ποιος είναι;) επαναλαμβάνει, σχεδόν αντιγράφει, τον κ. Ξενή σε ό,τι αφορά τους λεγόμενους Νεοκύπριους, οι οποίοι αποκαλούνται «κυπροσοβινιστές», «εθνικιστές» κ.ά., χωρίς όμως να κατονομάζονται! Αυτό είναι απαράδεχτο! Δεν μπορείς να κινδυνολογείς, να αναστατώνεις, να διεγείρεις και να προκαλείς το δημόσιο αίσθημα μιλώντας γενικά και αόριστα. «Ορθότατα», γράφει ο κ. Α.Γ., «ο κ. Ξενής περιγράφει την ιδεολογική τάση και δεν κατονομάζει πρόσωπα: η προσωποποίηση της συζήτησης και η στοχοποίηση συμπολιτών μας είναι από τα θλιβερά στοιχεία του δημόσιου λόγου της Κύπρου». Δηλαδή ο κ. Ξενής, όπως μας εξηγείται εδώ και εφόσον τον εκφράζει ορθά και κατ’ εξουσιοδότηση ο κ. Α.Γ., δε λέει τα πράγματα με το όνομά τους και δε βάζει πρόσωπα και πράγματα στη θέση τους. Μιλά γενικά και αόριστα, χωρίς να κατονομάζει κανέναν, απλώς για να τον προσέχουμε και για να επιβεβαιώνουμε την παρουσία του.

Δ) Κοινός στόχος τόσο του κ. Α.Γ. όσο και του κ. Γεωργίου Α. Ξενή είναι, μεταξύ άλλων, η πολεμική εναντίον της Ιστορίας της Νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας των Γ. Κεχαγιόγλου - Λ. Παπαλεοντίου (εδώ κατ’ εξαίρεση κατονομάζονται πρόσωπα!). Ενώ όμως ο κ. Α.Γ. σημειώνει με έμφαση ότι ο κ. Γεώργιος Α. Ξενής είναι «προσφάτως βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών», όλως περιέργως αποσιωπά το γεγονός ότι οι Γ. Κεχαγιόγλου - Λ. Παπαλεοντίου (εκτός από… Νεοκύπριοι! – έτσι τους βάφτισε ο καθηγητής Π. Βουτουρής) είναι προσφάτως βραβευμένοι τόσο από την Ακαδημία Αθηνών όσο και από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού. Κατά τα άλλα μιλούμε για επιστημονικό διάλογο!

Ε) Τελειώνοντας θα ήθελα να υποδείξω στον κ. Α.Γ, που τόσο κόπτεται -και καλά κάνει- για την Κοινή Νεοελλληνική (γρ. Νεοελληνική γλώσσα), ότι τα εξής χωρία από το κείμενό του δεν αποτελούν καλά ελληνικά: α) «Εκτός από αυτά η επιστολή αποδίδει ιδέες στον κ. Ξενή που ποτέ δεν υποστήριξε ή παρουσιάζει ως δικές της ιδέες που ήδη υποστήριξε ο κ. Ξενής». β) «Τους είναι αρεστό να κάνουν ad hominem επιθέσεις, όπως είναι ο αρθρογράφος της ανοικτής επιστολής».
Επειδή ο κ. Ξενής βάζει τελεία και παύλα στην περαιτέρω συζήτηση με τον υποφαινόμενο, θα ήθελα να του στείλω τα χαιρετίσματά μου. Πολύ θα μου λείψει! Όσο για το εξής αρχαίο χωρίο που χρησιμοποιεί ως τίτλο, καλό θα ήταν αν δήλωνε ότι ανήκει στον Πίνδαρο (Ν.7.105): Ταυτά δε τρις τετράκι τ’ αμπολείν / απορία τελέθει. Προσωπικά εμπιστεύομαι και τη δίολη ή δίπουρκη και την τρίολη καλλιέργεια της γης (και της σκέψης), ακόμα και το απλό νιατίν και την καλουρκάν, φτάνει να είναι «βαθκιά». Όντως, όμως, τα πολλά λόγια έν’ φτώσεια!

Κ. Γιαγκουλλής

(Δημοσιεύτηκε στον Πολίτη, στις 01/05/2012)

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Terra Incognita: Η γεωγραφία μιας ακόμη χαμένης κυριολεξίας

Ενώ από τη μια ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αρνείται την τοπογραφία των ευθυνών του (αποποιούμενος την θεσμική του θέση στον χάρτη της πρόσφατης καταστροφής), από την άλλη, ο Νικόλας Ιωαννίδης πατώντας στο πένθος του, μας χαρτογραφεί στην "νοτιοανατολική Ελλάδα" (1). Έτσι η Κύπρος αναπτύσσεται τις τελευταίες εβδομάδες στα σύνορα μιας αποπροσανατολισμένης γεωγραφίας, οριοθετώντας συνάμα την πραγματικότητα μας στην αποίκηση ετεροχρονισμένων πόθων. Οι εν λόγο θέσεις αποτελούν αυτοματισμούς παλιών συναισθηματικών πολώσεων και περιορίζουν τη σκέψη στα σχήματα παραδοσιακών ιδεοληψιών. Αναφέρομαι, συγκεκριμένα, σε κάποιες "παρομοιώσεις", "μεταφορές" και "αντιφάσεις" που αποκαλύπτουν τη βασική αδυναμία παραγωγής νέας, ανεξάρτητης σκέψης.

Είναι μάλλον παλιά υπαρξιακή ανησυχία, πως η γλώσσα δεν μας ανήκει. Πως μας παρασιτεί δηλαδή αναπαράγοντας έννοιες προκαθορισμένης σημασίας. Πως βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι στην συνεχή ανασύνταξη μιας προϋπάρχουσας φόρμας. Μέσα από αυτή την λογική, μοναδική αντίσταση απομένει η προσπάθεια κατανόησης της σύνταξης. Αν δηλαδή η γλώσσα είναι ο πρωταρχικός αγωγός εξουσίας, η εξέταση της οργάνωσης της προϋποθέτει τελικά τη βασική προοπτική απελευθέρωσης. Με αυτό σαν πλαίσιο θα ήθελα λοιπόν να θίξω τρία βασικά σημεία που πιστεύω ότι διακόπτουν θλιβερά την διαλεκτική του παρόντος και μαζί την προοπτική ενδυνάμωσης μιας νέας "κυριολεξίας" στη σκέψη:

Α. Όπως σωστά επεσήμανε ο Πόλυς Πολύβιου, η ρητορική διάσταση μεταξύ "συστήματος" και "εξουσίας" αποτελεί "σχήμα οξύμωρο". Αυτό συνεπάγεται πως η αθωωτική επίκληση του "συστήματος" από τον Πρόεδρο είναι ανυπόστατη. Ο Δημήτρης Χριστόφιας ως αρχηγός του κράτους και συμβολικός αγωγός του συστήματος, δεν μπορεί να αντιπαραβάλει τις πιο πάνω λέξεις, ιδίως "τριάμισι χρόνια μετά που ανήλθε στην εξουσία", όπως συμπληρώνει ο ανακριτής. Επιπλέον, καθώς ο Χριστόφιας έκτος από Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι και εκπρόσωπος της θεσμικής Αριστεράς, με τις δηλώσεις του ενεργοποιεί την ιδεολογική σημασία των δύο αυτών λέξεων στα πλαίσια της ιστορίας του ΑΚΕΛ. Φαίνεται πως τελικά το φαινόμενο χαρακτηρίζει την κενότητα και τη "διαστρέβλωση" των ιδεολογικών διακηρύξεων που βιώνουμε γενικότερα στην Κύπρο όταν θέματα πολιτικής δεοντολογίας εκπίπτουν στα παιχνίδια της μικροπολιτικής.

Β. Την υποστήριξη της πιο πάνω μετάθεσης ευθυνών σχηματοποίησε περαιτέρω ο ίδιος ο Πρόεδρος με μια ακόμα ατυχή μεταφορά, όταν χαρακτηριστικά δήλωσε "απατημένος σύζυγος". Όπως με οξύτητα επισήμανε σε διαδικτυακή συζήτηση η ιστορικός Κωνσταντίνα Ζάνου, το πιο πάνω σχήμα είναι αποκαλυπτικό "(α) για την "οικογενειακή" αντίληψη περί εξουσίας και (β) την "εξουσιαστική" αντίληψη περί οικογένειας που χαρακτηρίζει τους περισσότερους Κύπριους άντρες - πολιτικούς ή μη- της γενιάς του Χριστόφια". Η παρατήρηση θα μπορούσε να αναπτυχθεί περαιτέρω αν κανείς αναζητούσε το υποκείμενο της "μνηστής" στα πλαίσια της ρητορικής φαντασίας του Προέδρου. Σε ένα πρώτο επίπεδο η μεταφορά αναφέρεται στον "γάμο" του με την κυβέρνηση. Το "απατήθηκα καθώς δεν ενημερώθηκα" δηλώνει πως "έπρεπε να είχα ενημερωθεί ούτως ώστε να μην απατηθώ". Έτσι που το παράλογο να εντοπίζεται στο ερώτημα: Πια μοιχαλίδα θα ενημέρωνε τον απατημένο σύζυγο για τα σχέδια της; Ο ανακριτής προσθέτει σχολιάζοντας την παθητική αντίληψη της γνώσης που προτείνει ο Πρόεδρος: "Μα το όλο θέμα της ευθύνης είναι η μη γνώση. Ή γνωρίζατε και δεν λάβατε μέτρα ή δεν γνωρίζατε διότι δεν ρωτήσατε". Σε αυτό ακριβώς εμπίπτει η "θεσμική ευθύνη" που ο Πρόεδρος δεν αναγνωρίζει και αυτό τη διαφοροποιεί τελικά από την "ενοχή" που συχνά του καταλογίζεται. Εντωμεταξύ η άρνηση του Χριστόφια μας προτρέπει να σκεφτούμε μια δεύτερη σχέση συζυγικών προσομοιώσεων. Εδώ, τη θέση της "αμαρτωλής γυναίκας" λαμβάνουν εκβιαστικά οι πολίτες. Το διακύβευμα του δεύτερου διαζυγίου αφορά στην κηδεμονία ενός παιδιού-κράτους έναντι σε ένα παιδί-έθνος.

Γ. Μέσα από αυτή την λογική αναπτύσσεται τελικά το θλιβερότερο, κατά την γνώμη μου, σημείο των εξελίξεων. Η "συζυγική" διαμάχη ολοκληρώνεται σε μια πόλωση αντιπαράθεσης δυο αδιαπραγμάτευτων σχημάτων της κυπριακής πολιτικής συνείδησης. Το βαθύτερο έθνος (που εκπροσωπείται εδώ στην έκφραση των "αγανακτισμένων"/"αφυπνισμένων") έρχεται να μας "προστατεύσει" από το "διεφθαρμένο κράτους" (τη διακυβέρνηση Χριστόφια και την αριστερή ιδεολογία ευρύτερα). Στο πλαίσιο της πιο πάνω εμφυλίου χαρακτήρα αντιπαράθεσης συμμετέχει συνειδητά ή μη το σημαντικότερο μέρος των Κύπριων πολιτών. Συμβάλλει βλέπετε και η μακρά ιστορία μας στον φετιχισμό του πένθους όπως και η ισχνή ηθική των ΜΜΕ, έτσι που να βουλιάζουμε σε ένα επικίνδυνο συνασπισμό εθνικοφροσύνης, ξενοφοβίας και στρατολαγνείας (βλέπε ενδεικτικά τον λόγο του Ν. Ιωαννίδη) απέναντι σε μια ευθυνόφοβη κυβέρνηση ανάξια προασπίσεως.

Το σύνθημα "Νικόλα μαζί σου, Χριστόφια Παραιτήσου" με τρομοκρατεί. Με τρομοκρατεί η ευθυνοφοβία όσο με τρομοκρατεί και η κεφαλαιοποίηση του πένθους. Με τρομοκρατεί η πολιτική συσπείρωση σε αντιθέσεις κενών πόλων. Με τρομοκρατεί που ένας φίλος προσπαθούσε να με πείσει προχτές πως δεν μπορεί κανείς να μην στρατεύεται στα σχήματα όπως υπάρχουν καθώς, σε συνθήκες "πολέμου" όπως αυτές που ζούμε, η ανεξάρτητη δυνατότητα του να ασκείται κριτική αποτελεί αυτοκτονία. Με τρομοκρατεί η διαιώνιση του καθεστώτος "εκτατής ανάγκης" και η ισοπέδωση που επιφέρει. Ελπίζω μόνο στην αναγκαία πια παρουσία ενός υπεύθυνου πολιτικού λόγου που θα συντάξει την κυριολεξία του παρόντος μέσα από τις δύσκαμπτες λέξεις του παρελθόντος.

(1) Στην πρόσφατη συγκέντρωση των Αγανακτισμένων ο Νικόλας Ιωαννίδης ανέπτυξε ένα “ενωτικό” λόγο και υποστήριξε πως τα γεγονότα αφορούν στην οργανωμένη προσπάθεια "βαρβάρων" για "ανθελληνισμό" της Κύπρου.

(Δημοσιεύτηκε στον Πολίτη, στις 25/09/2011)

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

«Αγανακτισμένοι»

Ο Αριστοτέλης επισημαίνει στις οντολογικές αναζητήσεις του ότι «το ατύχημα αποκαλύπτει την ουσία» (1). Αν λοιπόν δεχτούμε πως και στην «οντολογία» της κυπριακής ιδιαιτερότητας το ατύχημα θα μπορούσε να μας αποκαλύψει την ουσία, πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε ότι η πιο πάνω προοπτική εξανεμίζεται τις τελευταίες μέρες μέσα σε διχαστικές προσωποποιήσεις και σε άστοχες μεταθέσεις. Η «πολιτική ηγεσία» γενικότερα (όλα τα κόμματα και όλοι οι πολιτικοί) και η «κυβέρνηση» ειδικότερα (το ΑΚΕΛ και ο Πρόεδρος ο ίδιος), αποτελούν τους προφανείς στόχους που προσδιορίζουν - και ταυτόχρονα περιορίζουν - τα αιτήματα της ελληνοκυπριακής κοινής λογικής. Στην πιο πάνω διαδικασία συλλογικής αυτό-άφεσης ξεχνάμε όμως πως πέρα από τις εγκληματικές ευθύνες των κυβερνώντων πρώτα και της αντιπολίτευσης έπειτα, της δημοσιογραφίας που υβριστικά αυτοχαρακτηρίζεται «ερευνητική», και των ανίδεων «εμπειρογνωμόνων» πάσης φύσης, ευθυνόμαστε κι εμείς. Ευθυνόμαστε για την αναγωγή της ελαφρότητας σε ιδεολογία.

Την έκρηξη της 11ης Ιουλίου ακολούθησε ένα ωστικό κύμα παλινδρόμησης στις σκοτεινές καταβολές του κυπριακού κράτους. Κύμα που όξυνε και πόλωσε τη ρητορική της συλλογικής μας μικροπρέπειας, περιορίζοντας συνάμα στο ελάχιστο κάθε πιθανότητα αναγνώρισης της πολύπλοκης κυπριακής ιδιοσυστασίας και των σκοτεινών της συμπλεγμάτων. Έτσι, από τη μια, η εναποθετική μυθολογία του «καταραμένου Ιούλη» και, από την άλλη, η ξύλινη γλώσσα της κομματικοποιημένης μας αρχαιολογίας, μετατρέπουν θλιβερά τον πολιτικό λόγο σε ποδοσφαιρικό κακέκτυπο. Με δεδομένο το πιο πάνω αδιέξοδο της «κακής» μας «πίστης» (2), φόρεσε τελικά και το συλλογικό συναίσθημα την εισαγόμενη σημασιολογία της «αγανάχτησης», εγκαταλείποντας και αυτό με τη σειρά του την πιθανότητα του να νιώσει «πρωτότυπα». Έτσι που τελικά, μετά τα συνταρακτικά γεγονότα, να μην προκύπτει τίποτα νέο πέρα από την ασχολίαστη αναπαράσταση των βασικών σχημάτων του πρόσφατου ή και βαθύτερου μας παρελθόντος.

Προβληματισμένος με τα σημεία αποφάσισα από την πρώτη κιόλας στιγμή να διαχειριστώ ανεξάρτητα το συναίσθημα μου. Επέστρεψα όμως, ως αθεράπευτα ρομαντικός, στις συγκεντρώσεις, για να διαπιστώσω αυτό που φαντάστηκα: την εξομάλυνση δηλαδή οξύμωρων ανάλογων με αυτά που αναπτύχθηκαν στους επικήδειους λόγους και στην παραχάραξη των ΜΜΕ. Γιατί αναστήθηκε ο Αυξεντίου και ο Παλληκαρίδης τώρα που «αγωνιζόμαστε» ενάντια στους ίδιους τους εαυτούς μας; Γιατί διαβεβαιώνουμε ετεροχρονισμένα τους νεκρούς που «οι πολιτικοί οδήγησαν στο θάνατο» ότι τελικά «ώρισαν και φυλάγαν Θερμοπύλες»; Πως γίνεται να ζητάς «δικαίωση για φόνο» και να αποδίδεις στα «θύματα» κλέη και τιμές ηρώων; Τι θέση έχει τελικά ο εθνικός ύμνος στα αυτο-γκολ του κράτους;

Πολλά έχουν ειπωθεί για την εφεύρεση και οργάνωση των εθνικών αφηγημάτων. Τις τελευταίες μέρες μου φαίνεται όμως πως βιώνουμε τη ζωντανή ανάπτυξη της πιο πάνω ιστορικής θεώρησης. Έτσι δικαιολογνται οι φωνές για την αναβάθμιση της Εθνικής Φρουράς, ενώ το αίτημα θα έπρεπε να είναι αντιμιλιταριστικό. Έτσι εξηγείται πως τραγουδούμε πατριωτικά εμβατήρια ενώ θα περίμενε κανείς τα τραγούδια ενός υπερεθνικού ανθρωπισμού. Αυτός είναι ο λόγος που στην ηρωικότητα του λαϊκού αλτρουισμού προβάλλουμε το άτοπο βάρος του «εθνικού ήρωα». Επειδή το συλλογικό συναίσθημα στη νεωτερικότητα, παράγεται και προάγεται αποκλειστικά σε εθνικό συναίσθημα. Γιατί δηλαδή δεν μπορούμε να «νιώσουμε μαζί» πέρα από τον περιορισμό μας σε εθνικά υποκείμενα. Την πιο πάνω διαπίστωση ήρθε να επιβεβαιώσει στις 14 Ιουλίου και η πολωτική κενότητα του προεδρικού διαγγέλματος που ατυχώς θεώρησε «εννοούμενη» την ουσία για να αναπτύξει τελικά ένα μόνο επιχείρημα, τη μανιχαϊστική αρνητική φιλολογία του γενικού ορυμαγδού. Και έτσι οι εναποθέσεις συνεχίστηκαν και μεταφέρθηκαν στο «πραξικόπημα», στην «προδοσία» και τα γνωστά συμφραζόμενα. Προκειται τελικά για την ριζοσπαστική υπερβολή του γνωστού «πατριωτικού σχίσματος», τονισμένου αυτή την φορά με συνθηματολογία εμφύλιας και ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης: δηλαδή η άσπιλη ιδέα του έθνους (που υποστηρίζεται στην προκειμένη από την σημασία και τους συμβολισμούς του στρατού) έναντι στο «διεφθαρμένο κράτος» (που τυγχάνει να διοικείτε από το ΑΚΕΛ).

Δεν θα επιστρέψω λοιπόν στις συγκεντρώσεις των «αγανακτισμένων». Κι ας συμφωνώ πως η κυβέρνηση απέτυχε γενικότερα και αποτυγχάνει στη συγκεκριμένη συγκυρία να διαχειριστεί τα λάθη της. Γιατί αρνούμαι να συμμετάσχω στους αυτοματισμούς ενός βραχυκυκλωμένου εθνικισμού. Γιατί δεν εναποθέτω τη σκέψη μου μα ούτε και το σώμα μου στην ισοπέδωση που επιβάλλει η «αγανάχτηση» και οι φοβικές της καταβολές. Αν χειροκροτούμε όλοι μαζί, δεν σημαίνει πως χειροκροτούμε για τον ίδιο λόγο. Αυτό είναι λοιπόν το βασικό μου προσωπικό αίτημα: μπορούμε να σωθούμε τώρα που διαπιστώνουμε πως αποξενωθήκαμε από το παρόν; Θα καταφέρουμε τελικά να δούμε την ουσία που μας αποκαλύπτει το ατύχημα; Ή θα συνεχίσουμε να βουλιάζουμε στη συμπτωματολογία του παρελθόντος;

(1) Ο Αριστοτέλης θέτοντας τις φιλοσοφικές βάσεις του αντινομικού του συστήματος εισάγει με τον πιο πάνω αφορισμό μια βασική σταθερά στη δυτική διανόηση: την πιθανότητα εξέτασης του διδακτικού νοήματος στη σχέση «λάθους» και «ουσίας». Προβληματική που μετουσιώνεται κατά τον 20ο αιώνα σε αναλυτική κυριολεξία, όταν ο S. Freud θα εντοπίσει στις παραπράξεις - και ειδικά στο «γλωσσικό ολίσθημα» - τη βασική οδό για την εξερεύνηση της «ουσίας της ψυχής»: δηλαδή του υποσυνειδήτου.

(2) Ο όρος «Κακή Πίστη» ανήκει στον υπαρξιστή φιλόσοφο Jean-Paul Sartre και περιγράφει το φαινόμενο όπου κάποιος αρνείται την ελευθερία επιλογής (και κατά συνέπεια την ευθύνη για την ίδια του την ύπαρξη), λειτουργώντας μη αυθεντικά. Ο άνθρωπος για τον υπαρξισμό είναι ελεύθερος να επιλέξει ακόμα και μπροστά στις πιο δύσκολες συνθήκες. Αυτό προϋποθέτει την οργάνωση στόχων και την θέσπιση ενός «σχεδίου» ζωής (projet).


Νεόφυτος Επιφανείου
Κύπρος, 20/7/2011

(Δημοσιεύτηκε στον Πολίτη με τίτλο "Ανοικτό παράθυρο στοθσ 40°C ύπο σκιά", στις 24/07/2011)

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Η ενδοοικογενειακή κινητικότητα του ελληνοκυπριακού εθνικισμού

"Λοιπόν, πολύ κάθησε
απάνω απ' τα κεφάλια μας η Ακρόπολη"
Κώστας Μόντης


Οι σύγχρονοι ιστορικοι και κοινωνικοί επιστήμονες εξετάζουν την έννοια του έθνους ως “φαντασιακή κοινότητα” (1), γεγονός που απομυθοποιεί την “φυσικότητα” και “αυθεντικότητα” των καταβολών του και που αποκαλύπτει ταυτόχρονα το ανυπόστατο της “εθνικής συνέχειας” που προϋποθέτει. Τελικά, προβάλλοντας την αποσπασματικότητα, που συστηματικά συγκάλυψαν οι εφευρέτες του εθνικισμού, το έθνος γίνεται κατανοητό στις μέρες μας ως ένα καλοδουλεμένο αφήγημα. Η προσέγγιση αυτή συνεπάγεται σε ένα πρώτο επίπεδο την επιστημονική ακύρωση της “αυθεντικότητας” των “εθνικών συνεχειών”, αλλά δεν προδιαγράφει αυτόματα το εθνικό συναίσθημα ως λιγότερο “αυθεντικό”. Για την ακρίβεια τα δυο πιο πάνω ενώ αναπτύσσονται αρχικά μαζί, φαίνεται στην συνέχεια να λειτουργούν ανεξάρτητα.

Όπως κάθε συναίσθημα, έτσι και το “εθνικό συναίσθημα” εκδηλώνει την “αυθεντικότητα” του (και με αυτό εννοώ την συναισθηματική ένταση με την οποία βιώνεται ως “αυθεντικό”) πέραν του “πραγματικού”, με τρόπο που ο ιστορικός χρόνος και χορός να επικυρώνεται τελικά (σε συναισθηματικό επίπεδο) ανεξάρτητα από την εγκυρότητα των γεγονότων που περιγράφει. Αυτό προϋποθέτει ότι στην φορτισμένη έννοια της “αυθεντικότητας” αποκτά ανάλογη σημασία η ένταση με την οποία αναπτύσσεται η σχέση μεταξύ αντικειμένου και υποκειμένου στον “πραγματικό” (συνγκεκριμένο) ή “φανταστικό” (αφηρημένο) χορό. Η συναισθηματική δομή του εθνικισμού λειτουργεί για παράδειγμα όπως στην αντίστοιχη περίπτωση των παθών από τον έρωτα, όπου η εμπειρία του πόνου για την έλλειψη του αγαπημένου δεν είναι απαραίτητα λιγότερο αυθεντική όταν το υποκείμενο αναφέρεται σε μια υπάρχουσα σύνδεση (με κάποιον εξωτερικό παράγοντα όπως το θάνατο να καθιστά τη σχέση αδύνατη), ή αντίθετα σε μια φανταστική σύνδεση (όπως αυτή του μονοδιάστατου έρωτα που δεν βρίσκει ανταπόκριση). Και στις δύο περιπτώσεις η προσδοκία είναι το ίδιο αβάσταχτη στην ψυχολογία του ανικανοποίητου ερωτευμένου (2), καθώς κάτι μπωρεί τελικά να βιώνεται ως “πραγματικό” χωρίς να βρίσκεται απαραίτητα στη “πραγματικότητα”.

Στο πιο πάνω ήδη φορτισμένο πλαίσιο εικασιών η κυπριακή ιδιαιτερότητα περιπλέκεται περαιτέρω, καθώς θέλει τις σχέσεις του κράτους και του έθνους να εξελίσσονται πέρα από το κλασικό σχήμα του έθνους-κράτους (ένα κράτος για ένα έθνος ή αντίστροφα). Στην δίπολη κυπριακή περίπτωση παρατηρούνται δυο εθνικές ταυτότητες και δυο εθνικισμοί να αντιστοιχούν σε ένα μόνο κράτος (“ελληνοκύπριοι”/“έλληνες” και “τουρκοκύπριοι”/“τούρκοι” στην Κυπριακή Δημοκρατία). Με αυτό σαν βάση και με τις γνωστές περιπλοκές από το 1960 στο 1974 και από το 1974 στις μέρες μας, η “αυθεντικότητα” του ελληνοκυπριακού εθνικισμού εκδηλώνει ένα χαρακτήρα εξαιρετικά ευμετάβλητο. Το ελληνοκεντρικό συναίσθημα που αναπτύσσεται στο νησί, παρουσιάζεται ενδυναμωμένο σε ένα πρώτο επίπεδο από τον αγώνα των εθνικών διεκδικήσεων (αγώνας της ΕΟΚΑ για Ένωση) και διαμορφώνεται ριζικά στην συνέχεια από την αποτυχία της εθνικής ολοκλήρωσης (ανεξαρτησία, πραξικόπημα, εισβολή, διχοτόμηση), έτσι που τελικά, στη σημερινή απαραίτητη μετάλλαξη της αρχικής ελληνοκεντρικής γραμμής, το “εθνικο συναίσθημα” να αναπτύσσεται μέσα από μια σειρά αντιφατικών αυτοπροσδιορισμών. Την τελευταία αυτή πορεία θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς ως πορεία “αυτο-διπλωματίας”, και με αυτό εννοώ την ανεξάρτητη πραγμάτευση του “εθνικού συναισθήματος” από τις ελληνοκεντρικές καταβολές του, προς μια νέα κατεύθυνση που επιδιώκει να αμβλύνει το ανολοκλήρωτο της αρχικής ελληνοκεντρικής εθνικής διεκδίκησης. Στην διαδικασία αυτή διατηρουντάι παράδοξα οι μηχανισμοί (και σε καποίες περιπτώσεις και η ρητορική) της αρχικής ενωτικής εθνικιστικής ιδεολογίας ενώ παραλληλά παρατηρείται η μετάλλαξη του ελληνοκεντρικού εθνικισμού σε ελληνοκυπριακό εθνικισμό.

Οδηγήθηκα στις πιο πάνω σκέψεις όταν διάβασα στον δωρεάν καλοκαιρινό οδηγό του Ημικρατικού Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (Cyta), μια νέα δραματική “ολίσθηση” στις ενδοοικογενειακές σχέσεις του ελληνοκυπριακού εθνικισμού. Η εμποτισμένη ιδεολογικά σύνοψη της κυπριακής ιστορίας που συναντιέται σε κάθε τέτοιο οδηγό προτείνει στην περίπτωση αυτή ένα νέο χαρακτηρισμό για τη σχέση των Ελληνοκυπρίων με την Ελλάδα.Το γνωστό σχήμα της “Μητέρας Πατρίδας” και της αγωνιζόμενης για λύτρωση μεγαλόνησου (3) αντικαθίσταται σταδιακά από τον χαρακτηρισμό “τα αδέρφια μας οι Έλληνες”. Ενώ λοιπόν τα δυο πιο πάνω συνυπάρχουν στον πολιτικό και καθημερινό λόγο, η αυξημένη χρήση του δεύτερου μπορεί να θεωρηθεί η πρώτη λεκτική χειραφέτηση στους αυτοπροσδιορισμούς της ελληνοκυπριακής κοινότητας. Η νέα εισήγηση της Cyta θέλει τελικά τους Έλληνες να είναι απλά “κοντινά ξαδέρφια” των Ελληνοκυπρίων. Η διατύπωση μεταφράζεται ως εξής απο τα αγγλικά: “Παρόλο το πολυτάραχο παρελθόν, ή ίσως και εξ’αιτίας αυτού, εμείς οι Κύπριοι αναπτύξαμε τον χαρακτήρα ανθεκτικών ανθρώπων, ένα ξεχωριστό χαρακτήρα που διαφοροποιείται ακόμη και από τα κοντινότερα μας ξαδέρφια, τους έλληνες” (4). Η ευμετάβλητη γενεαλογία των Κυπρίων, 50 χρόνια μετά την επιβεβλημένη ανεξαρτησία, αμφισβητεί σε αυτή την περίπτωση την αυστηρή γενετική σύνδεση που προϋποθέτουν οι οικογενειακοί βιολογικοί δεσμοί. Ας ελπίσουμε ότι η εφηβική ανατρεπτικότητα θα οδηγήσει τελικά σε μια περίοδο αναγνώρισης και αυτογνωσίας και όχι στη συμβιβασμένη ενηλικίωση ενός αδιαπραγμάτευτου παρελθόντος.

(1) Το βιβλίο του Benedict Anderson “Φαντασιακές Κοινότητες. Στοχασμοί για τις απαρχές του εθνικισμού” από όπου προέρχεται ο όρος αποτελεί μια απο τις σημαντικότερες συμβολές στη θεωριτική μελέτη του εθνικισμού.

(2) Ενδεικτικά αναφέρω πως η μεταφορά του “έρωτα για την πατρίδα” αποτελεί ένα κλασικό σχήμα εθνικιστικής ποιητικής έκφρασης. Το παράδηγμα της έλλειψης του ερωτικού αντικειμένου και η έννοια του αλύτρωτου πατριωτισμού χρήζει συγκριτικής ανάπτυξης σε ένα άλλο πλαίσιο.

(3) Πολλές τέτοιες αναφορές υπάρχουν στη λαϊκή και λόγια καλλιτεχνική παραγωγή των Ελληνοκύπριων. Βλέπε ενδεικτικά τον τίτλο ποιήματος του Βασίλη Μιχαηλίδη: “Η Κύπρος ‘στημ μάναν της”, και το στίχο από το ποίημα “Η Κύπρος προς τους λέγοντας οτι δεν είναι ελληνική”: Δωσ΄με κ’έμεν της μάνας μου να με σφιγκταγκαλιάση / Για να χαρή τούτ’ η καρδιά ν’ αννοίξη να γελάση”). Τη σχέση αυτή περιγράφει και ο Γιάννης Παπαδάκης στο βιβλίο του “Η ηχώ της νεκρής ζώνης” μέσα από τις διαφοροποιήσεις που παρουσιάζει στις δυο κοινότητες: “Σιγά σιγά ένιωσα έτοιμος για να κάνω το επόμενο βήμα. Να πω την αλήθεια: «Είμαι από την Κύπρο». Αυτό, όμως, δημιουργούσε προβλήματα και σύντομα αναγκάστηκα να σταματήσω, ιδιαίτερα όταν μιλούσα τουρκικά. «Ω, από τη μικρή πατριδούλα; Καλωσόρισες στη μητέρα-πατρίδα», αναφώνησε ένας πλανόδιος πωλητής. «Μικρή πατριδούλα» έλεγαν την Κύπρο οι Τούρκοι. «Μητέρα-πατρίδα» ήταν η Τουρκία. Ο πλανόδιος πωλητής νόμισε ότι ήμουν Τουρκοκύπριος. Του εξήγησα ότι ήμουν Ελληνοκύπριος, αλλά δεν πείστηκε. «Μα, μοιάζεις με Τούρκο», διαμαρτυρήθηκε. Η εξωτερική μου εμφάνιση θα μου προκαλούσε συχνά μπελάδες. Mάλιστα, έπιανα και τον εαυτό μου να σκέφτεται με τον ίδιο τρόπο: «Δεν μοιάζει τούτος με τον φίλο μου τον Κώστα από την Λεμεσό;» ή «Κι αυτή με την Μαρία;» Χρειάστηκε λίγος καιρός για να κατανοήσω αυτές τις αντιδράσεις. Μεγαλώσαμε πιστεύοντας ότι ήμασταν απολύτως διαφορετικοί, όπως η μέρα με τη νύχτα, το άσπρο με το μαύρο, οι άνθρωποι και τα τέρατα.”
Γιάννη Παπαδάκη, Η ηχώ της Νεκρής Ζώνης. Οδοιπορικό στη διαιρεμένη Κύπρο, Σκρίπτα, 2009

(4) “(…) despite a turbulent past, or perhaps because of it, we Cypriots have grown into a resilient people, with a distinct character that differs even from our closest cousins, the Greeks”
Cyprus holiday Guide with a comprehensive classified directory, edition 2010, Free copy, Cyta, 2010


Νεόφυτος Επιφανείου
Νέα Υόρκη, 18/9/2010

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικο Ρεύμα, Νοέμβριος 2010, τεύχος 8)

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

Το Νόμπελ μας

“Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν' αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις.”
Οδυσσέας Ελύτης: Ομιλία κατά την απονομή του Βραβείου Νόμπελ
(Στοκχόλμη, 8/12/1979)

“Είμαι εναντίον των βραβείων γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατώτερου μου - και κάποτε πρέπει να απαλλαγούμε από την συγκατάβαση των μεγάλων. Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά αφεντικά - και κάποτε πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από την ζωή μας”
Ντίνος Χριστιανόπουλος, “Είμαι Εναντίον”


Από μικρός ένιωθα άβολα με τους πανηγυρισμούς νίκης οποιασδήποτε αρχής (εθνικής, κομματικής, αθλητικής ή άλλης), ενώ τελικά κατέληγα σε αυτούς με τη ρομαντική προσδοκία της συμμετοχής. Έτσι σε κάθε νίκη - τι κι αν ήταν για το ΔΗΣΥ, το ΔΗΚΟ, το ΑΚΕΛ, για την ΑΕΛ ή τον ΑΠΟΛΛΩΝΑ - έφτανα διστακτικά στο σιντριβάνι του Αγίου Νικολάου, τη δημόσια σκηνή όπου εδώ και χρόνια συντελούνται οι παραστάσεις διάκρισης των Λεμεσιανών. Ανίκανος να ενσωματωθώ και με ακόμη πιο έντονο το συναίσθημα της μοναχικότητας, παρακολουθούσα τελικά τα σώματα των άλλων να οργανώνονται (ή να αποδιοργανώνονται) στο ανώνυμο συλλογικό, αυτό το άθροισμα όπου όλοι υπάρχουν μέσα από μία φωνή, μία βούληση και ένα συναίσθημα. Με τον καιρό κατάλαβα πως η αστική φοβία ακύρωσης της ατομικότητας ήταν αυτό που με φόβιζε περισσότερο. Η εξάλειψη δηλαδή της σημαντικής διαφοράς που μας κάνει να ξεχωρίζουμε μέσα από το σύνολο, να εκφράζουμε την άποψη μας, να διαφοροποιούμαστε, να χρωματίζουμε τα επιχειρήματα μας, κοκ. Αυτή η διαφορά - που στην ουτοπική υπερβολή της θα επέτρεπε η άμεση δημοκρατία να είναι η πλέον δημοκρατική και η διαλεκτική να είναι η μόνη βάση διαπραγμάτευσης της γνώσης και της επιθυμίας - αναιρείται εντελώς στους πανηγυρισμούς καθώς παραδίδεται στο σύνολο τόσο το σώμα (ομαδοποίηση) όσο και το πνεύμα (συνθηματολογία). Μέσα στον ορυμαγδό, δεν δοξάζεται τελικά ο προσωπικός αγώνας του αθλητή (ή άλλου) που ευθύνεται για την νίκη, αλλά αντ’ αυτού ένα αφηρημένο και γενικευμένο συναίσθημα υπεροχής. Με τη λειτουργία της μεταβίβασης ικανοποιούνται έτσι κρυφές συλλογικές επιθυμίες, υποβαθμίζεται η σημασία του αγώνα ως διαδικασία και η νίκη μετατρέπεται σε σύμπλεγμα προσβολής του ηττημένου (η γνωστή χαρά τις “κουρτουνιάς”).

Η πρόσφατη απονομή του βραβείου Νόμπελ οικονομίας στους Χριστόφορο Πισσαρίδη, Πίτερ Ντάιαμοντ και Ντέιλ Μόρτενσεν επανέφερε το πιο πάνω σχήμα θριαμβολογίας. Οι δυο ξένοι επιστήμονες παραμερίστηκαν εντελώς από τα μέσα ενημέρωσης, που με εκφραστικά σχήματα όπως “Νόμπελ στην Κύπρο μας”, “το τρίτο Νόμπελ για τον ελληνισμό” και “Πήραμε το Νόμπελ”, μετέτρεψαν μια από τις πλέον ατομικιστικές διακρίσεις σε πατριωτικό έως και εθνικό θρίαμβο. Η εν λόγω χρήση του πρώτου πληθυντικού είναι προκλητική και γεννά μια σειρά από εύλογα ερωτήματα: Ποιοι είστε “εσείς”; Πότε ακριβώς “εσείς όλοι” γίνατε οικονομικοί αναλυτές; Γιατί ανήκει και σε “εσάς” το Νόμπελ; Και εάν το Νόμπελ ανήκει σε κάποιον πέραν του Πισσαρίδη γιατί δεν ανήκει στους Βρετανούς, όπου σε ένα ανάλογο σχήμα αιτιολόγησης τον μόρφωσαν, τον εργοδότησαν και τον υποστήριξαν;

Σε αυτό το πλαίσιο πιστεύω να είναι βοηθητική η ανάλυση που προτείνει ο Άκης Γαβριηλίδης (1) σχετικά με τη χρήση της κτητικής αντωνυμίας “μου” μετά το ουσιαστικό “λαός” (2). Ο Γαβριηλίδης εντοπίζει τις καταβολές του πιο πάνω στη “λαογραφία του 19ου αιώνα, η οποία καθιέρωσε το συγκεκριμένο γλωσσικό σύνταγμα (π.χ “θρύλοι και παραδόσεις του λαού μας”)”, επιτρέποντας έτσι στον κτήτορα να κατέχει μια “θέση αινιγματική” (3) και να σκέφτεται το λαό “ανθρωπομορφικά, ως ένα (ενιαίο) υποκείμενο σκέψεων, δηλώσεων και πράξεων”. ‘Ενα παρόμοιο λοιπόν εύρημα χρησιμοποιεί ο ίδιος ο “λαός” κατά τις πανηγυρικές εξάρσεις του. Ο προσδιορισμός ενός ομογενοποιημένου “λαού” που οικειοποιείται η ηγεμονική εξαίρεση αντιστρέφεται λοιπόν σε αυτή την περίπτωση απο τον ίδιο τον “λαό” για να οικειοποιηθεί την προσωπική εξαίρεση κάποιου άλλου. Πρόκειται για αντιδάνειο στη κατά συρροήν εθνική μας συμφεροντολογία, αυτή την συμφεροντολογία που προϋποθέτει πως οι έννοιες “έθνος, γένος, λαός, φύλο και φυλή, δεν χρησιμοποιούνται επιστημονικά αλλά συναισθηματικά, προδίδοντας τις προκαταλήψεις του ομιλούντος και τα συμπεράσματα τα οποία προσπαθεί αυτός να εκβιάσει”(4). Είναι λοιπόν σε αυτό το ελαστικό σημασιολογικό πεδίο όπου αναπτύσσονται οι λέξεις και όπου επιτρέπεται η συναισθηματική κατάχρηση τους. Είναι σε αυτό το απροσδιόριστο συναισθηματικό τοπίο όπου εκπληρώνονται οι καταχρήσεις εννοιών και περηφάνιας κάθε είδους, ένθεν και ένθεν.

(1) Άκης Γαβριηλίδης, Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού: Ρίτσος – Ελύτης – Θεοδωράκης – Σβορώνος, Future, 2007
(2) “Λαός μου” σε πρώτο ενικό ή “λαός μας” σε πληθυντικό πρόσωπο
(3) “ο ίδιος “ο ομιλών”, [αφήνει] ασαφές εάν αυτοθεωρείται ως μέρος του κτήματος»
(4) Βίβλους κατά βαρβάρων, Μανόλης Σαββίδης, Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2005.

Νεόφυτος Επιφανείου
19/10/2010

(Δημοσιεύτηκε στον Πολίτη στις 24/10/2010)

Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010

Εσσιέβερεβε σε ματζόρε: Κριτική για την εμβληματική εκδήλωση της 1ης Οκτωβρίου

Στις πατριωτικές καλλιτεχνικές ερμηνείες, η αισθητική των Ελληνοκυπρίων προκύπτει γενικότερα ως μια οξύμωρη σύγκλιση ελεγείας και μνημοσύνου, όπου περηφάνια και τραύμα, υπεροψία και θυματοποίηση, ηρωισμός και προδοσία, συνεργάζονται παράδοξα για την δημιουργία ενός υπέρ-αφηγήματος. Πολύ νωρίς, ήδη από τα πρώτα σχολικά χρόνια, γαλουχούμαστε στη συναισθηματική εξομάλυνση του πιο πάνω, τουτέστιν αυτό που γιορτάζεται να μην είναι ακριβώς χαρά αλλά να δοξάζεται ως τέτοια. Το εν λόγω σύμπλεγμα αναπτύσσεται κατά την δεκαετία του ‘80 και βρίσκει τη στιλιστική του κορύφωση στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, με κύρια αναφορά τα μουσικοχορευτικά θεάματα του Πολιτιστικού ομίλου "Διάσταση" ("Ες γην εναλίαν Κύπρον", "Των Αθανάτων", κλπ). Η Κωνσταντίνα Ζάνου αναφερόμενη σε μια τέτοιου είδους πρόσφατη παράσταση παρατηρεί την αναγωγή της ιστορίας σε "προϊόν προς μαζική κατανάλωση", και την ανάπτυξη μιας γλώσσας που κύριο σκοπό έχει να "διακινεί συναίσθημα" (1). Έτσι, παρότι θα το έλπιζε κανείς, η καλλιτεχνική έκφραση δεν εργάζεται για να ξεπεράσει το ηγεμονικό πατριωτικό (και στην περίπτωση μας εξαιρετικά μπερδεμένο) συναίσθημα, αλλά αντίθετα το υπερτονίζει μέσα από την δύναμικη που προϋποθέτει η αφαιρετικότητα της (2).

Όπως ήταν αναμενόμενο η χοροθεατρική καλλιτεχνική δοξολογία για τα 50χρονα της Κυπριακής Δημοκρατίας κινήθηκε στα γνωστά πιο πάνω πλαίσια, με μια μόνο σημαντική διαφορά: αναφέρομαι στις διορθώσεις του παρελθόντος μέ φίλτρο το "Ακελικό" αφήγημα της ειρηνικής συνύπαρξης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, διπλωματική χειρονομία που συμπληρώvει η φαντασία ενός πολυπολιτισμικού μέλλοντος. Το παρόν απουσιάζει σε αυτή την συνέχεια, καθώς παρελθόν και μέλλον αποτελούν δημιουργήματα μιας πολιτικά ορθής διπλωματίας αλλά όχι μια ορθή πολιτική στάση. Ως προς αυτό αναφέρω ενδεικτικά πως οι εμπνευστές της παράστασης ήταν όλοι Ελληνοκύπριοι (με εξαίρεση την χορογράφο Μάχη Δημητριάδου Lindahl που είναι Ελληνίδα) και πως η συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων περιορίστηκε αποκλειστικά σε εκτελεστικούς ρόλους. Κομπάρσοι λοιπόν στις διορθώσεις που προβλέψαμε για μια "κοινή ιστορία", οι Τουρκοκύπριοι "γιόρτασαν" μαζί μας "διά της βίας" μια Κυπριακή Δημοκρατία την οποία "πολέμησαν" και που "παράνομα κατέχουν".

Την "εμβληματική" αυτή εκδήλωση συνέλαβε και διεύθυνε ο Αντής Παρτζίλης (με την συμβουλευτική υποστήριξη στην σκηνοθεσία του Εύη Γαβριηλίδη) ενώ τα δυο βασικά χορογραφικά μέρη ανέλαβαν η Μάχη Δημητριάδου Lindahl (A Μέρος) και η Έλενα Χριστοδουλίδου (B Μέρος). Τα βίντεο, που είχαν έντονη παρουσία, υπέγραψαν αντίστοιχα η Αλεξία Ρόιτερ και ο Νίκος Σίνος, την ενδυματολογία οι Έλενα Κατσούρη και Λάκης Γενεθλής και την μουσική οι Λάρκος Λάρκου, Γιώργος Κολιάς, Δημήτρης Ζαβρός, Μιχάλης Χατζηγιάννης, Ρόμαν Καριόλου και Σάββας Σάββα. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

A Μέρος: "Το νήμα του χρόνου"


Πρώτος ανέβηκε στην σκηνή ο λαϊκός τραγουδιστής Μιχάλης Τερλικκάς καλωσορίζοντας στην ελληνοκυπριακή διαλεχτό τους προσκεκλημένους, για να ακολουθήσει, πάνω στην ίδια μελωδία "κοινής παράδοσης", ο Τουρκοκύπριος Kemal Mustafa. Τις τρείς άλλες κοινότητες (Αρμενίους, Μαρωνίτες και Λατίνους) εκπροσώπησε αφηρημένα η υψηλή φόρμα της όπερας, που επιστρέφει, όπως θα δούμε, συμβολικά στο τέλος. Η παντελής έλλειψη της αναμενόμενης αρχαιολαγνίας και η προβολή μιας κοινής μουσικής Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων εξυπηρετεί προφανώς στις ιστορικές διορθώσεις που προανάφερα. Η εισαγωγή συμπεριλαμβάνει την ερμηνεία των πρώτων στίχων από το παραδοσιακό τραγούδι του γάμου, δοξάζοντας έτσι "μια ώρα" που σίγουρα κανείς δεν μπορεί να χαρακτηρίσει "καλή" και που προφανώς δεν στάθηκε "στερεωμένη". Η δραματουργία της εισαγωγής που ολοκληρώνεται με το "εσσιέβερεβε" (ως μια κοίνη κορακίστικη υπέρ-γλώσσα) θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τουλάχιστον άστοχη.

Η χορογραφία της Μάχη Δημητριάδου Lindahl που ακολούθησε κάλυπτε την ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας συμπεριλαμβανομένου και του "διαζυγίου" του πολέμου. Μέσα από ένα νεοκλασικό εξπρεσιονιστικό στυλ a la cipriota (πιδκιαύλι, φλάουτο, arabesque και "πόνος του χαμού"), με σκηνικό βίντεο στερεότυπα αισθητικής ΡΙΚ / KOT (ήλιος, θάλασσα, κάμποι και το νέο αεροδρόμιο), οι ιστορίες των δυο κοινοτήτων, η αντιπαλότητα και οι συμπλοκές τους ομογενοποιήθηκαν σε ένα μόνο λυρικό χορευτικό σώμα με ομοιόμορφη ενδυματολογία. Ο διαχωρισμός σε δυο ομάδες που ακολούθησε δεν είναι στην περίπτωση αυτή εθνικός αλλά σεξιστικός, με τα σχήματα αντρών και γυναικών να αντικατοπτρίζουν τις ανησυχίες του γερμανικού χοροδράματος του ‘80 (3) και όχι, όπως θα περίμενε κανείς, την βασική εθνική αντίστιξη "Ελληνοκύπριοι – Τουρκοκύπριοι". Χορογραφία και κοστούμια συγκαλύπτουν τελικά τις βασικότερες πληροφορίες της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας, καθώς η εθνότητα εξαφανίζεται και η εθνική διαμάχη εντοπίζεται σε ένα κοινό λυρικό σώμα υπέρ-εθνικού χορευτή. Το πιο πάνω στιλιζάρισμα τονίζεται κατά την στιγμή αναπαράστασης του πόλεμου όπου ακούγεται ένα νανούρισμα, αισθητικοποιώντας έτσι το κακό σε gestus συναισθηματικής μνήμης, έξω από την πολιτική. Διερωτώμαι: αν η βασική συμβολή μας στην δημιουργία του Κυπριακού Προβλήματος ήταν η άρνηση αναγνώρισης του "άλλου", πόσο άραγε διαφοροποιείται η σημερινή μας στάση;

Πολιτικό Intermezzo

Το πολιτικό intermezzo αναγγέλλει ο τραγουδιστής Μιχάλης Χατζηγιάννης ερμηνεύοντας τη σύνθεση του "Κύπρος Αγαπημένη" (4) και ενεργοποιώντας έτσι το εφέ "χρυσοπράσινο φύλλο" με στίχους: "Κόρη ερωτική / πόθος η αγκαλιά σου / θεοί σου κλέβουν το φιλί / κι αγάπες την καρδιά σου (…) Κόρη θαλασσινή / πόνος δεν σε χωράει / η μοίρα σου κραυγή/ και πάθος σε κερνάει". Ελεγεία που ολοκληρώνεται τελικά με την εξής έκφραση διαστροφικής πατριδολαγνείας: "Πάρε με, πάρε με, τα μάγια να σου λύσω / στα χέρια σου να σβήσω / Κύπρος αγαπημένη, μέχρι να ξεψυχήσω". Η παρουσίαση τύπου Eurovision που ακόλουθει - αλλοπρόσαλλη και αχρείαστη - θέλει τα ελληνικά και τουρκικά να συνδιαλέγονται και πάλι (άσχετο αν ο ένας δεν καταλαβαίνει τον άλλο χωρίς μεταφραστή) και με σημαντική συμβολική λεπτομέρεια ότι ο Ελληνοκύπριος παρουσιαστής Ανδρέας Αραούζος εκπρόσωπεί αποκλειστικά την εκφώνηση στην αγγλική.

Η ομιλία του πρόεδρου Χριστόφια χρήζει ανεξάρτητης ανάλυσης. Ειδικά η γλωσσοπλαστική διάθεσή της (βλέπε ενδεικτικά την λέξη "μεσοκάρδια") σε συνδυασμό με την έντονη χρήση της λέξης "λαός" που τόσο ο ορισμός όσο και η εφαρμογή της ήταν τουλάχιστον αντιφατικοί. Οι επίσημοι ξένοι στην συνέχεια είχαν την εντιμότητα να μας απευθύνουν ευχές αποκλειστικά στα ελληνικά - όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις να προφέρεται μια πρόταση στην γλώσσα του οικοδεσπότη - προσπερνώντας την προσπάθεια-υπερπαραγωγή των δυο γλωσσών φιλίας που εξελίχθηκε όλη την βραδιά. Λέγοντας μας άραγε ότι τελικά η διπλωματία που προτείνουμε αφορά αποκλειστικά τις ανέντιμες σχέσεις με το ίδιο μας το παρελθόν; Τα πράγματα από έξω είναι προφανώς πιο καθαρά.

Β Μέρος : "Ορίζοντας χωρίς γραμμές"

Το δεύτερο μέρος σε χορογραφία Έλενας Χριστοδουλίδου παρουσίαζε ένα μέλλον που οφείλω να ομολογήσω δεν πολύκατάλαβα. Μέσα από φασαρία και σύγχυση, το αύριο αναπτύχθηκε ως η κυριολεκτική επιτάχυνση του χτες με σπασμωδικές κινήσεις στον χώρο και φρενιτικές εικόνες στην προβολή. Ως κορύφωση, ένα οριζόντιο γλυπτό, που φαντάζομαι συμβόλιζε το τείχος, στήθηκε κάθετα (άγνωστο γιατί) για να σπάσει στο τέλος σε κομμάτια: πράξη που μαλλόν σημαίνει την πτώση του "τείχους" (5). Η κίνηση στην συνέχεια περιορίζεται σε φαντασματικες ή μηχανικές μετακινήσεις προβάλλοντας ίσως μια ενωμένη Κύπρου όπου θα ζουν μόνο ρομπότ;

Επίλογος

Το μέλλον, ακόμη πιο αλλοπρόσαλλο από το παρελθόν, δίνει χώρο τελικά σε ένα οπερατικό μακρύτερο μέλλον όπου μια Τουρκοκύπρια και μια Ελληνοκύπρια σοπράνο ντυμένες στα λευκά τραγουδούν ακατανόητους στίχους συμφιλίωσης. Η όπερα, ξένη προς την παράδοση που με επιμονή προσπάθησε να υποστήριξει η εισαγωγή ως κοινή γλώσσα, γίνεται τελικά η συμβολική πρόταση για την γλώσσα του μέλλοντος. Την ανάλυση την αφήνω στην κριτική διάθεση σας, κατά την γνώμη μου πάντως το όλο εγχείρημα αναπαράστασης του παρελθόντος και του μέλλοντος της κυπριακής ιστορίας αντικατοπτρίζει την πρόσφατη δήλωση του προέδρου Χριστόφια που σκανδάλισε την πολιτική ηγεσία του νησιού: "Η Κύπρος υπήρξε θύμα βιασμού (6) και γι’ αυτό πρέπει να αποκαταστήσουμε την παρθενιά της" (7). Οι εορτασμοί μάλλον εμπίπτουν στις γενικότερες κυβερνητικές προσπάθειες παρθενορραφής της κυπριακής ιστορίας.


(1) "Πώς τραγουδούμε το νησί μας", Κωνσταντίνα Ζάνου, Πολίτης, 21/09/2008. Κριτική για την παράσταση του Γιώργου Θεοφάνους, "Τραγουδώ το νησί μου", (Τάφρος Ντ 'Αβίλα, 11/09/2008)
(2) Η σχέση προπαγάνδας, ιδεολογίας, τέχνης και ιστορίας δεν είναι βεβαια αποκλειστική στην Κυπριακή περίπτωση ενώ η επιλογή του "χορού" σε τέτοιες περιπτώσεις, ως μέσο διακίνησης του νοήματος της, είναι συνηθισμένη αν αναλογιστεί κανείς πως ως φόρμα είναι πολύ πιο αφηρημένη από άλλες (όπως το θέατρο για παράδειγμα).
(3) Βλέπε ενδεικτικά την "Ιεροτελεστία της Άνοιξης" και τον "Κυανοπώγονα" της Pina Bausch.
(4) Σε στίχους Ανδρέα Παράσχου
(5) Ενδιαφέρον παρουσιάζει εδώ ο συμβολισμός του τοίχους που δεν αναφέρεται απαραίτητα στην κυπριακή εμπειρία διαχωρισμού (τα οδοφράγματα αποτελούν μια πολύ διαφορετική οπτική αναφορά) αλλά σε ανάλογες τελετές για την πτώση του τείχους του Βερολίνου
(6) Από τις "αποκαλούμενες μητέρες πατρίδες"
(7) Ομιλία Χριστόφια στο ίδρυμα Brookings, 28/9/2010


Νεόφυτος Επιφανείου
4/10/2010

(Δημοσιεύτηκε στον Πολίτη στις 10/10/2010)

Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

“Μουσείο Σύγχρονης Κυπριακότητας”

Πρός Κον Ανδρέα Δημητρίου
Υπουργό Παιδείας και Πολιτισμού

6 Αυγούστου 2010

Αξιότιμε Κύριε Ανδρέα Δημητρίου,

Θέμα: Ανοιχτή επιστολή - Πρόταση για τα πενηντάχρονα της Κυπριακής Δημοκρατίας

Σας αποστέλλω την παρούσα πρόταση επιθυμώντας να συμβάλω στις επετειακές διοργανώσεις για τα πενηντάχρονα της Κυπριακής Δημοκρατίας και σας παρακαλώ όπως την εξετάσετε στα πλαίσια των εμβληματικών εκδηλώσεων που υποστηρίζει το υπουργείο σας. Για σειρά συμβολικών λόγων και κατ’ επέκταση για τις προφανείς ιστορικές και πολιτικές μεταφορές που συνεπάγονται, εισηγούμαι, αντί της ανέγερσης νέου μνημείου, τη σφράγιση και μνημειοποίηση της ημιτελούς έπαυλης στο ύψωμα περί της εισόδου της Λευκωσίας, ακριβώς πριν την έξοδο για Κοτσιάτη, και την μετωνυμία της σε “Μουσείο Σύγχρονης Κυπριακότητας”.

Το εν λόγω κτήριο - του οποίου τα μεγαλεπήβολα σχέδια παραμένουν ανολοκλήρωτα εδώ και πολλά χρόνια - πιστεύω ότι συνοψίζει μοναδικά την ουσία της νεότερης Κύπρου και αποκαλύπτει με σαφήνεια τις συγκαλυμμένες αντιφάσεις της σύγχρονης Κυπριακότητας. Αναφέρομαι ειδικά στην αντίθεση του πολιτικού και κρατικού αφηγήματος από την εμπειρία της κοινωνικής και πολιτικής μας καθημερινότητας. Θέλω λοιπόν να πιστεύω πως η υπαινικτική αυτή πράξη θα προβάλει υποδειγματικά το αδιαπραγμάτευτο και θλιβερό σημείο στο οποίο βρισκόμαστε σήμερα και θα καταγράψει με σαφήνεια τη διάσταση μεταξύ αυτού που πραγματικά είμαστε, αυτού που δεν καταφέραμε να είμαστε και αυτού που δεν θα γίνουμε ποτέ.

Μαζί με τη σφράγιση του κτηρίου είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί και ο περιβάλλων κήπος με τους επιβλητικούς φοίνικες, καθώς αποτελεί εξαρχής αναπόσπαστο μέρος της αρχιτεκτονικής σύλληψης και συμβάλλει κατ’ επέκταση στο σκεπτικό της πρότασής μου. Έτσι, σε αντιπαραβολή με τη στασιμότητα της ανολοκλήρωτης έπαυλης, οι φοίνικες θα συνεχίσουν να μεγαλώνουν ανενόχλητοι - όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια - υπενθυμίζοντας τη γεωγραφική μας πραγματικότητα και τονίζοντας συνάμα τη ματαιότητα των προθέσεων του αδιεκπεραίωτου νεοκλασικού κτίσματος. Η οργανική ανάπτυξη του ενός (κήπος - μεσανατολική εντοπιότητα) έναντι στην άκαμπτη στασιμότητα του άλλου (ημιτελής νεοκλασική έπαυλη - δυτική ηγεμονική επιθυμία) πιστεύω να είναι χρήσιμες μεταφορές για να προσεγγίσει κανείς την κυπριακή ταυτότητα και την σχιζοειδή δομή της.

Εφόσον λοιπόν το συμβολικό και ιδεολογικό πλαίσιο της πρότασης μου σας βρίσκει σύμφωνους, θα πρέπει άμεσα να προωθηθεί η πλήρης απαλλοτρίωση του υποστατικού και των συνεκτικών του χώρων, έτσι που να διασφαλιστεί η διατήρησή του στην κατάσταση όπου βρίσκεται σήμερα. Στη συνέχεια είναι απαραίτητη η ανάρτηση σε περίοπτη θέση επιγραφής με το όνομα “Μουσείο Σύγχρονης Κυπριακότητας” όπως επίσης και η τοποθέτηση διακριτικής πλακέτας με βασικές πληροφορίες για την επετειακή αφορμή και το σκεπτικό γύρω από την μνημειοποίηση. Το πιο πάνω - που θα αποτελέσει την μοναδική προσθήκη - θα επισφαλήσει τη σημασία του “μνημείου” (λειτουργία) και του “μουσείου” (αναφορά) και θα ορίσει τις κύριες θεματικές που χαρακτηρίζουν το όλο σκεπτικό: α. Το κενό και η κενότητα ως αναπαράσταση της πολιτικής προσπάθειας και του πολιτικού λόγου στη σύγχρονη Κύπρο, β. Το ανολοκλήρωτο ως αναφορικό σχήμα για τη σύγχρονη κυπριακή ιστορία και τις εθνοκεντρικές επιθυμίες της, γ. Η άτοπη μεγαλομανία ως σχήμα και ως σύμπτωμα τόσο του κοινωνικού χαρακτήρα των σύγχρονων Κυπρίων όπως επίσης και της πολιτικής μεταγραφής του, δ. Η ελαστικότητα αλλά και η αντιφατικότητα των στοιχείων που δομούν την κυπριακή ταυτότητα, κοκ.

Πέραν των πιο πάνω η σχέση “μουσείου” – “μνημείου” που προτείνω πιστεύω πως αναπτύσσεται περαιτέρω και μέσα από τη σχέση του “κελύφους” και του “περιεχομένου” που διέπει τη σύγχρονη μουσειακή αρχιτεκτονική καθώς τα νέα μουσεία συχνά αποτελούν αρχιτεκτονικά μνημεία από μόνα τους ανεξάρτητα από το περιεχόμενο που καλούνται να φιλοξενήσουν. Εδώ λοιπόν το πιο πάνω σχήμα τονίζεται δυναμικά, καθώς η ταύτιση του περιεχομένου και του κελύφους είναι απόλυτη με την συμβολική κενότητα του μουσείου: Το κενό μουσείο λοιπόν ως μνημείο για την κενότητα. Εντωμεταξύ - αν και όπως έχει τονιστεί ο χώρος αναπτύσσεται κυρίως μέσω της μη χρηστικότητάς του - πιστεύω πως είναι σημαντικό να παραμείνει ανοικτός στη πιθανότητα περιστασιακών χρήσεων που θα προβάλλουν την ιδεολογία που τον διέπει, όπως για παράδειγμα στην προοπτική φιλοξενίας σεμιναρίων, εκθέσεων, κοκ.

Τελειώνοντας θα ήθελα να σας πληροφορήσω ότι είμαι στη διάθεσή σας για διευκρινίσεις όσον αφορά στο ιδεολογικό πλαίσιο και για την ανάπτυξη λεπτομερειών σχετικά με το πρακτικό μέρος της πιο πάνω πρότασης. Είμαι πεπεισμένος ότι η οπτική της κριτικής, η έστω του αυτοσαρκασμού, είναι η καταλληλότερη οδός για να προσεγγίσει κανείς το ανολοκλήρωτο - εθνικό, κρατικό ή άλλο - της Κύπρου των τελευταίων πενήντα χρόνων. Ίσως αυτή να είναι τελικά η τελευταία δυνατότητα που μας απέμεινε για να αποδεχτούμε ένα κράτος που αρχικά κανείς δεν επιθύμησε και στο οποίο τελικά ελάχιστοι πίστεψαν.


Με τιμή,
Νεόφυτος Επιφανείου

ΥΓ1: Θα βρείτε συνημμένη φωτογραφία του εν λόγο κτιρίου όπως γίνεται ορατό από τον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού



(Δημοσιεύτηκε στον Πολίτη στις 22/8/2010 - Κωδικός άρθρου: 964295)

Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

Φανταστική ερμηνεία του κόσμου μετά το ρεσάλτο από το Ισραήλ στην νηοπομπή ανθρωπιστικής βοήθειας για την Παλαιστίνη

Οι ισραηλίτες περπάτησαν επί των υδάτων για τους Αγίους Τόπους.
Οι παλεστίνιοι περπάτησαν επί των υδάτων για να πνιγούν.
Shot/reverse shot
Ο εβραικός λαός εντάχθηκε στην αφήγηση.
Οι παλεστίνιοι, στο ντοκυμαντερ.
(Jean-Luc Godard, Notre Musique)

Χτες ονειρεύτηκα πρώτα τη θάλασσα κι έπειτα πως δεν υπήρχε πια. Οι άνθρωποι περπατούσαν έτσι από τη μια χώρα στην άλλη και έπαιρναν ό,τι έβρισκαν και σκότωναν όποιον ήθελαν. Η ξηρασία άρχισε με το τέλος της αδελφοσύνης, όταν χιλιάδες γυναίκες, άντρες και παιδιά, ανέβηκαν σε πλοία και σχημάτισαν μιαν ατέρμονη νηοπομπή. Η ουρά αγκάλιαζε όλη τη γη και οι ουραγοί αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο. Ξεκίνησαν λοιπόν ένα πρωί για να σταματήσουν την πολιορκία μιας άτυχης χώρας, που πολιορκήθηκε για τόσα πολλά χρόνια έτσι που δεν της έμεινε παρά μόνο μία λωρίδα γης. Οι κάτοικοί της ζούσαν στο σκοτάδι. Κοιμούνταν στο κρύο. Δεν έπιναν. Δεν έτρωγε κανείς. Ήλπιζαν μόνο. Κάθονταν με τα μάτια κλειστά και κοίταζαν τον ουρανό. Οι πολιορκητές σκότωσαν όσους προπορεύονταν. Κάποιοι είπαν από αμηχανία, άλλοι είπαν από περηφάνια. Το μόνο σίγουρο είναι πως είχαν συνηθίσει τόσο πολύ να σκοτώνουν που το έκαναν δίχως να σκέφτονται πια.

Ήμουν στο τελευταίο καράβι. Άκουσα τους πρώτους να τραγουδούν το Ορατόριο της Αδελφοσύνης. Το τραγουδούσαν όλοι μαζί, όσο πιο δυνατά μπορούσαν. Τους σκότωσαν όλους, τον ένα μετά τον άλλο. Χίλιες φωνές, οκτακόσιες, τριακόσιες, πενήντα, δέκα φωνές, το κουαρτέτο της αλληλεγγύης, το τρίο της συμπόνοιας, το ντουέτο της ειρήνης, η άρια της απόγνωσης. Οι πολιορκητές άρχισαν τότε να ρουφούν τη θάλασσα για να ξεδιψάσουν. Ήπιαμε κι εμείς όσα μας χρωστούσε. Έτσι, εκεί κάπου μεταξύ του τέλους της θάλασσας και της υπέρμετρης αδικίας όλα άλλαξαν.

Έκτος του βασικού. Ένας νέος, λίγο πριν ξεψυχήσει, το φώναξε. Είπε πως αλλαγή δεν υπάρχει και πως αυτό που ονομάζουμε αλλαγή δεν είναι παρά η επέκταση της λήθης. Βλέπετε, στους σκοτεινούς τους κύκλους οι άνθρωποι επαναλαμβάνουν να ξεχνούν και έτσι δεν αλλάζουν. Όταν ήταν πια νεκρός μίλησε ξανά. Με φωνή γέρου είπε πως καθένας επιστρέφει ότι δεν μπορεί να κρατήσει πια σε αυτόν που δεν μπορεί να το βαστάξει και έτσι βλασφήμησε την εκλεκτική συνύπαρξη των εκ του πονηρού άσπονδων συγγενών, της λήθης και της μνήμης. Αν όλοι ξεχνούσαμε μόνο δεν θα υπήρχε ο χρόνος - ούτε και τα επιχειρήματα του -, δεν θα υπήρχε υπεροχή, διαφορά, μα ούτε και συνέχεια, θα ήταν όλα ίδια, θα ήταν όλα παύση. Αν πάλι μόνο θυμόμασταν, θα ήμασταν σκυφτοί, άκαμπτοι, θα συντηρούσαμε τη συνέχεια, την επέκταση, την αύξηση, τη διαδοχή και τις λεπτομέρειές τους. Έτσι, η λήθη και η μνήμη, το σημαντικό και το ασήμαντο, το καλό και το κακό, η νύχτα και η νύχτα έγινα όλα ένα, Άνθρωποι.

Έφτασαν Κυριακή. Τους είπαν φύγετε από δω, γιατί εδώ κάποτε ήμασταν εμείς και ακόμα εμείς είμαστε. Τι κι αν πέρασαν χιλιάδες χρόνια, τι κι αν τα δέντρα ξεράθηκαν, μας την υποσχέθηκε ο Θεός της Αποκλειστικότητας και από σήμερα θα είναι και πάλι μόνο δικό μας. Συμφώνησαν και όλοι οι άλλοι που έψαχναν εξιλέωση, και πριν θάψουν τα νεκρά σώματα, πριν ξαναχτίσουν τα χαλασμένα σπίτια, το παρελθόν ανάχθηκε σε ιδεολογία, το χτες έγινε η επαύξηση του αύριο και η βία παρέμεινε ο αγωγός των πάντων. Είπαν, για να μπορεί να θυμάται κανείς, πρέπει πρώτα να ξεχνά και εξαλείφθηκε έτσι και η τελευταία ελπίδα να τελειώσει το απάνθρωπο με τον άνθρωπο, καθώς θύτες και θύματα άλλαζαν ρόλους μέσα στα χρόνια και μέσα στα λόγια. Η ανάμνηση του κακού είχε γίνει πιο σημαντική από τη διάπραξη του κακού.

Αυτοί δεν έφυγαν. Τη γη την ξέραν για δική τους. Τους την είχε υποσχεθεί ο δικός τους Θεός. Ήταν η γη των Ασυμφωνούντων Θεών. Kαι με το που πέθαναν οι Θεοί έμειναν οι άνθρωποι να διεκδικούν τις υποσχέσεις της παρωχημένης θεότητας. Ένα ψάρι πίνοντας την τελευταία σταγόνα νερό φώναξε πως δεν υπάρχει ελπίδα καμιά τώρα που στέρεψε η θάλασσα, ό,τι τελευταίο είχε απομείνει να ενώνει τους ανθρώπους, εκλεκτούς και εκλεκτούς, ένθεν κι ένθεν. Η βροχή; είπε ένα παίδι. Μας απέμεινε τουλάχιστον η βροχή.


Νεόφυτος Επιφανείου
Παρίσι, 15/6/2010

(Δημοσιεύτηκε στον Πολίτη στις 4/7/2010 - Κωδικός άρθρου: 955436)

Τετάρτη, 2 Ιουνίου 2010

«Μακρινό νησί εξωτικό»: Παρατηρήσεις σχετικά με την αισθητική της Κύπρου στη Eurovision (1981-1992)

Δεν πιστεύω να υπάρχει κανένα σημείο που να αποκαλύπτει καλύτερα την αρχαιολογία της σύγχρονης κυπριακότητας από την pop εντόπια παραγωγή. Ανασκάπτοντας λοιπόν στο YouTube, εντόπισα τις απαρχές των κυπριακών συμμετοχών στο διαγωνισμό της Eurovision και πείστηκα πως είναι απαραίτητη η συστηματική και αναλυτική προσέγγισή τους. Έστω και υπό τη μορφή αυτοσαρκασμού, ως ύστατη προσπάθεια κατανόησης της ελληνοκυπριακής διαλεκτικής σαλάτας -και των φαντασμάτων της- μετά το 1974. Μεταφέροντας τη συστηματικότητα σε χρόνους λιγότερο επίκαιρους παραθέτω πιο κάτω μια σειρά αρχικών παρατηρήσεων:

Τότε, πριν χαθεί η πίστη ότι οι συμμετοχές μας πρόβαλλαν τουριστικά την Κύπρο, τα φιλμάκια είχαν ως κύριο στόχο την παρουσίαση των αξιοθέατων του νησιού και ως επιπόλαιο σκοπό τον προσηλυτισμό τουριστών. Τώρα πια, μαζί με όλα αυτά χάθηκε μάλλον και η Eurovision, σε ένα παρόν όπου η πολυγλωσσία δεν αποτελεί ποιότητα της ευρωπαϊκής μουσικής και όπου το θέαμα περιορίζεται κάπου μεταξύ της αισθητικής του τσίρκου και της επιτήδευσης του talent show. Συγχωρέστε με λοιπόν για τη νοσταλγία, είναι βλέπετε η αναπόφευκτη οδός για να προσεγγίσει κανείς τη δεκαετία του 1980, τότε που Κύπρος στην Eurovision συνεπαγόταν ευρω-περιπλοκές, ευρω-προβολές, αλλά κυρίως ευρω-αυτο-εξωτισμό.

Η πρώτη εικόνα συμμετοχής μας στη διοργάνωση είναι από το φιλμάκι του τραγουδιού «Μόνικα» (1981, Island) και απεικονίζει σε κοντινό πλάνο τη λεπτομέρεια ενός παραδοσιακού κρεβατιού. Ο συμβολισμός αν και τότε ακατανόητος αναγγέλλει την απαρχή ενός αδιάκοπου κύκλου και αποκτά αναδρομική σημασία, σε σχέση με το τραγούδι «Ταιριάζουμε» (1992). Στο πρώτο αυτό φιλμάκι λοιπόν παρουσιάζονται όλα τα στοιχεία που δομούν την ελληνοκυπριακή ευρω-αισθητική, η οποία προκύπτει από τη συνύπαρξη τριών χρόνων: της αρχαιότητας, της παράδοσης και του μοντέρνου. Η ανάγκη δημιουργίας ενός νέου αφηγήματος έναντι στη γενικότερη αρχαιολάγνα αισθητική που προηγείται του ΄74, θέλει την αφηρημένη παράδοση να υπερκαλύπτει τελικά τους δυο άλλους χρόνους. Έτσι που ο βρακάς παππούς να βοηθείται εδώ από μικρά παιδιά, τα λευκαρίτικα και οι αγροτικές εργασίες να προβάλλονται με λαογραφικό ρομαντισμό, ενώ επιτομή αποτελεί η σκηνή που παρουσιάζει ένα πιάτο από τη λαϊκή παράδοση, να διακοσμείται με το μοτίβο της Κυπροαρχαϊκής εποχής (αυτό του πουλιού με το ψάρι) και να μετατρέπεται σε σουβενίρ. Η τουριστικοποίηση του μέλλοντος προκύπτει έτσι μέσα από το παραδοσιακό παρόν, για να επαναπροσδιορίσει τελικά το αρχαίο παρελθόν.

Αν και αυτό θα αποτελούσε από μόνο του μια ξεχωριστή προσπάθεια, η στιχουργία είναι ένα άλλο επίπεδο που χρήζει ανάλυσης. Στο ίδιο αυτό πρώτο τραγούδι η παρήχηση του «μ», μέσω του οξύμωρου ερωτικού στίχου «μόνη μόνη μόνη/ι-κα», προτείνει μια τολμηρή προσπάθεια «αναθεώρησης» του ερωτικού λόγου, καθώς όπως δηλώνεται: «μόνη, μόνη, μόνη (...) / ζεις εσύ για μένα / ζω εγώ για σένα / και είναι όλα αρμονικά, Μόνη/ι-κα...». Η αντίφαση εντοπίζεται προφανώς στο ποιητικό «κα» και στην επικολλητική σχέση του με το επίθετο «μόνη».

Η Πέτρα του Ρωμιού, το Κούριο και άλλες τουριστικές ατραξιόν που παρουσιάζονται στο πρώτο αυτό φιλμάκι, θα αποτελέσουν το κύριο θέμα για το τραγούδι της επόμενης χρονιάς («Μονο η Αγάπη», 1982). Λιγότερο φιλόδοξη, η σκηνοθεσία περιορίζεται στη σημειολογία της carte-postal. Μέσα από τη διαδοχή στατικών πλάνων η 'Αννα Βίσση μπαίνει και βγαίνει στο κάδρο, για να διαλαλήσει τελικά στο Γεφύρι του Τσελεφού έναν ακόμη πιο αλλοπρόσαλλο ερωτικό γρίφο: «Μα πάνω από ΅μένα / πάνω από ΅σένα / πάνω από όλα / υπάρχει μόνο η αγάπη / κι εσύ κάθε στιγμή». Το ερώτημα που εύλογα γεννιέται είναι πώς πάνω από «αυτόν» και πάνω από όλα, μπορεί να υπάρχει πάλι «αυτός» μαζί με την αγάπη. Στην παράλογη στιχουργική ιεραρχία «αυτός» υπάρχει τουλάχιστον δυο φορές.

Το ίδιο φιλμάκι προβάλλει τονισμένα κάτι που συναντιέται σχεδόν και σε όλα τ΄ άλλα. Πρόκειται για την αντιπαραβολή του θαλάσσιου και ορεινού σκι. Τα γυρίσματα κρατούσαν τότε απαραίτητα ένα χρόνο και ο εκάστοτε ερμηνευτής έπρεπε να τραγουδήσει στη «Σιονίστρα» τις λιγοστές εκείνες μέρες που μπορούσε να αξιοποιηθεί αθλητικά, για να υποστηριχτεί έτσι η συνωμοσία της Κύπρου των τεσσάρων εποχών (ή έστω για να νιώσουμε περιορισμένα ότι μοιραζόμαστε την ευρωπαϊκή αλπική παράδοση). Το 1983 ο Σταύρος και η Κωνσταντίνα δεν θα τραγουδήσουν στα χιόνια, κατ΄ εξαίρεσιν θα προτιμήσουν να διακηρύξουν το οικουμενικό μήνυμα πως «Η αγάπη ακόμα ζει», περπατώντας ρυθμικά γύρω από μια πισίνα. Η σύντομη παράδοση της ιδιόρρυθμης ερωτικής στιχουργίας τερματίζεται έτσι καθώς αυτή μεταποιείται σε συντηρητική «χριστιανική αγάπη».

Το 1984 θα κληθεί από το Λονδίνο ο Κύπριος σε καταγωγή Andy Paul για να ερμηνεύσει το ανορθόγραφο «Anna Mari-Elena »(λείπει τουλάχιστον ένα «e» από το «Marie»). Το φιλμάκι αποκαλύπτει ότι τελικά δεν πρόκειται για ένα πρόσωπο, αλλά για τρεις ωραίες νεαρές, την 'Αννα, τη Μαρί και την Έλενα. Η 'Αννα λοιπόν κάνει σκι, η Μαρί κωπηλασία και η Έλενα ορειβατεί, ενώ ο Andy δεν ξέρει ποια να διαλέξει. Το φαλλοκρατικό μήνυμα προβάλλεται εδώ ως η φιλελεύθερη εικόνα της σύγχρονης τουριστικοποιημένης Κύπρου.

Το 1985 («Το κατάλαβα αργά», Λία Βίσση) η καινοτομία στην κατοχυρωμένη πια αυτή αισθητική έγκειται στην ανατρεπτική απόφαση του σκηνοθέτη να απαλλαγεί από τη σύμβαση του video-clip - τραγουδώ και ποζάρω - έτσι που η Λία Βίσση να περιπλανιέται λυπημένη στον Ακάμα και να περιεργάζεται λευκαρίτικα κεντήματα, χωρίς να λέει λέξη. Ο εγγαστρίμυθος εξπρεσιονισμός παρουσιάζει για πρώτη φορά και τα παρασκήνια της τουριστικής φαντασμαγορίας καθώς η ίδια οδηγείται σε νεόκτιστα πολυτελή ξενοδοχεία. Τον επόμενο χρόνο η Ελπίδα, σε βραζιλιάνικους ρυθμούς, συνειδητοποιεί μέσω του τραγουδιού «Τώρα Ζω» πως το «μακρινό εξωτικό νησί» που αναζητούσε, δεν είναι κανένα άλλο παρά η ίδια η Κύπρος, έτσι που μπορεί «τώρα τώρα» πια να ζει αυτά που προηγουμένως «ζούσε μόνο στα όνειρά της». Η προσπάθεια του αυτο-εξωτισμού στέφεται λοιπόν με επιτυχία και τοποθετείται τελικά κάπου μεταξύ του αρχαίου θεάτρου στο Κούριο και μιας απροσδιόριστης παραλίας. Η Αλέξια το 1987 θα περπατήσει στους ίδιους δρόμους ψάχνοντας κάποιον που «θυμάται να είχε πρωτοδεί στο τρένο». Φαίνεται βέβαια να της διαφεύγει ότι στην Κύπρο δεν υπάρχουν τρένα και πολύ αμφιβάλλω να τον βρήκε στο Τρόοδος ή στα χωράφια με λαψάνες όπου τον έψαχνε.

Μετά από τη μακάβρια παρένθεση των Σαββιδάκη - Πολυμέρη («Απόψε ας βρεθούμε», 1989), που ανταλλάσσουν ερωτικές υποσχέσεις ξαπλωμένοι στους τάφους των βασιλέων, τον Αναστάζιο που προτείνει την πρώτη -με χιούμορ- υπερκειμενική διόρθωση («Μιλάς πολύ», 1990) και την Έλενα Πατρόκλου που στέλνει οικολογικό σήμα κινδύνου στο υπερπέραν («SOS», 1991), το κρεβάτι -η πρώτη εικόνα της Κύπρου στην Eurovision- διαπομπεύεται πριν τελικά καεί στην πυρά. Πάνω του, η λάγνα Ευρυδίκη ντυμένη χανούμισσα, διαλαλεί τον απόλυτο ύμνο στο one-night-stand: «Ταιριάζουμε, θέλεις κι εσύ όπως κι εγώ μια νύχτα δίχως αύριο» (1992). Το ανατολίτικο στοιχείο εισάγεται έτσι στην κυπριακή αυτοπροβολή, έστω και μέσω των διορθώσεων του δυτικού oriental και η Κύπρος ακολουθεί τη δεκαετία του ΄90 διαφορετικές επικοινωνιακές οδούς.

Νεόφυτος Επιφανείου
Λεμεσός, 30/5/2010

(Δημοσιεύτηκε στον Πολίτη στις 2/6/2010 - Κωδικός άρθρου: 949412)