Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Terra Incognita: Η γεωγραφία μιας ακόμη χαμένης κυριολεξίας

Ενώ από τη μια ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αρνείται την τοπογραφία των ευθυνών του (αποποιούμενος την θεσμική του θέση στον χάρτη της πρόσφατης καταστροφής), από την άλλη, ο Νικόλας Ιωαννίδης πατώντας στο πένθος του, μας χαρτογραφεί στην "νοτιοανατολική Ελλάδα" (1). Έτσι η Κύπρος αναπτύσσεται τις τελευταίες εβδομάδες στα σύνορα μιας αποπροσανατολισμένης γεωγραφίας, οριοθετώντας συνάμα την πραγματικότητα μας στην αποίκηση ετεροχρονισμένων πόθων. Οι εν λόγο θέσεις αποτελούν αυτοματισμούς παλιών συναισθηματικών πολώσεων και περιορίζουν τη σκέψη στα σχήματα παραδοσιακών ιδεοληψιών. Αναφέρομαι, συγκεκριμένα, σε κάποιες "παρομοιώσεις", "μεταφορές" και "αντιφάσεις" που αποκαλύπτουν τη βασική αδυναμία παραγωγής νέας, ανεξάρτητης σκέψης.

Είναι μάλλον παλιά υπαρξιακή ανησυχία, πως η γλώσσα δεν μας ανήκει. Πως μας παρασιτεί δηλαδή αναπαράγοντας έννοιες προκαθορισμένης σημασίας. Πως βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι στην συνεχή ανασύνταξη μιας προϋπάρχουσας φόρμας. Μέσα από αυτή την λογική, μοναδική αντίσταση απομένει η προσπάθεια κατανόησης της σύνταξης. Αν δηλαδή η γλώσσα είναι ο πρωταρχικός αγωγός εξουσίας, η εξέταση της οργάνωσης της προϋποθέτει τελικά τη βασική προοπτική απελευθέρωσης. Με αυτό σαν πλαίσιο θα ήθελα λοιπόν να θίξω τρία βασικά σημεία που πιστεύω ότι διακόπτουν θλιβερά την διαλεκτική του παρόντος και μαζί την προοπτική ενδυνάμωσης μιας νέας "κυριολεξίας" στη σκέψη:

Α. Όπως σωστά επεσήμανε ο Πόλυς Πολύβιου, η ρητορική διάσταση μεταξύ "συστήματος" και "εξουσίας" αποτελεί "σχήμα οξύμωρο". Αυτό συνεπάγεται πως η αθωωτική επίκληση του "συστήματος" από τον Πρόεδρο είναι ανυπόστατη. Ο Δημήτρης Χριστόφιας ως αρχηγός του κράτους και συμβολικός αγωγός του συστήματος, δεν μπορεί να αντιπαραβάλει τις πιο πάνω λέξεις, ιδίως "τριάμισι χρόνια μετά που ανήλθε στην εξουσία", όπως συμπληρώνει ο ανακριτής. Επιπλέον, καθώς ο Χριστόφιας έκτος από Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι και εκπρόσωπος της θεσμικής Αριστεράς, με τις δηλώσεις του ενεργοποιεί την ιδεολογική σημασία των δύο αυτών λέξεων στα πλαίσια της ιστορίας του ΑΚΕΛ. Φαίνεται πως τελικά το φαινόμενο χαρακτηρίζει την κενότητα και τη "διαστρέβλωση" των ιδεολογικών διακηρύξεων που βιώνουμε γενικότερα στην Κύπρο όταν θέματα πολιτικής δεοντολογίας εκπίπτουν στα παιχνίδια της μικροπολιτικής.

Β. Την υποστήριξη της πιο πάνω μετάθεσης ευθυνών σχηματοποίησε περαιτέρω ο ίδιος ο Πρόεδρος με μια ακόμα ατυχή μεταφορά, όταν χαρακτηριστικά δήλωσε "απατημένος σύζυγος". Όπως με οξύτητα επισήμανε σε διαδικτυακή συζήτηση η ιστορικός Κωνσταντίνα Ζάνου, το πιο πάνω σχήμα είναι αποκαλυπτικό "(α) για την "οικογενειακή" αντίληψη περί εξουσίας και (β) την "εξουσιαστική" αντίληψη περί οικογένειας που χαρακτηρίζει τους περισσότερους Κύπριους άντρες - πολιτικούς ή μη- της γενιάς του Χριστόφια". Η παρατήρηση θα μπορούσε να αναπτυχθεί περαιτέρω αν κανείς αναζητούσε το υποκείμενο της "μνηστής" στα πλαίσια της ρητορικής φαντασίας του Προέδρου. Σε ένα πρώτο επίπεδο η μεταφορά αναφέρεται στον "γάμο" του με την κυβέρνηση. Το "απατήθηκα καθώς δεν ενημερώθηκα" δηλώνει πως "έπρεπε να είχα ενημερωθεί ούτως ώστε να μην απατηθώ". Έτσι που το παράλογο να εντοπίζεται στο ερώτημα: Πια μοιχαλίδα θα ενημέρωνε τον απατημένο σύζυγο για τα σχέδια της; Ο ανακριτής προσθέτει σχολιάζοντας την παθητική αντίληψη της γνώσης που προτείνει ο Πρόεδρος: "Μα το όλο θέμα της ευθύνης είναι η μη γνώση. Ή γνωρίζατε και δεν λάβατε μέτρα ή δεν γνωρίζατε διότι δεν ρωτήσατε". Σε αυτό ακριβώς εμπίπτει η "θεσμική ευθύνη" που ο Πρόεδρος δεν αναγνωρίζει και αυτό τη διαφοροποιεί τελικά από την "ενοχή" που συχνά του καταλογίζεται. Εντωμεταξύ η άρνηση του Χριστόφια μας προτρέπει να σκεφτούμε μια δεύτερη σχέση συζυγικών προσομοιώσεων. Εδώ, τη θέση της "αμαρτωλής γυναίκας" λαμβάνουν εκβιαστικά οι πολίτες. Το διακύβευμα του δεύτερου διαζυγίου αφορά στην κηδεμονία ενός παιδιού-κράτους έναντι σε ένα παιδί-έθνος.

Γ. Μέσα από αυτή την λογική αναπτύσσεται τελικά το θλιβερότερο, κατά την γνώμη μου, σημείο των εξελίξεων. Η "συζυγική" διαμάχη ολοκληρώνεται σε μια πόλωση αντιπαράθεσης δυο αδιαπραγμάτευτων σχημάτων της κυπριακής πολιτικής συνείδησης. Το βαθύτερο έθνος (που εκπροσωπείται εδώ στην έκφραση των "αγανακτισμένων"/"αφυπνισμένων") έρχεται να μας "προστατεύσει" από το "διεφθαρμένο κράτους" (τη διακυβέρνηση Χριστόφια και την αριστερή ιδεολογία ευρύτερα). Στο πλαίσιο της πιο πάνω εμφυλίου χαρακτήρα αντιπαράθεσης συμμετέχει συνειδητά ή μη το σημαντικότερο μέρος των Κύπριων πολιτών. Συμβάλλει βλέπετε και η μακρά ιστορία μας στον φετιχισμό του πένθους όπως και η ισχνή ηθική των ΜΜΕ, έτσι που να βουλιάζουμε σε ένα επικίνδυνο συνασπισμό εθνικοφροσύνης, ξενοφοβίας και στρατολαγνείας (βλέπε ενδεικτικά τον λόγο του Ν. Ιωαννίδη) απέναντι σε μια ευθυνόφοβη κυβέρνηση ανάξια προασπίσεως.

Το σύνθημα "Νικόλα μαζί σου, Χριστόφια Παραιτήσου" με τρομοκρατεί. Με τρομοκρατεί η ευθυνοφοβία όσο με τρομοκρατεί και η κεφαλαιοποίηση του πένθους. Με τρομοκρατεί η πολιτική συσπείρωση σε αντιθέσεις κενών πόλων. Με τρομοκρατεί που ένας φίλος προσπαθούσε να με πείσει προχτές πως δεν μπορεί κανείς να μην στρατεύεται στα σχήματα όπως υπάρχουν καθώς, σε συνθήκες "πολέμου" όπως αυτές που ζούμε, η ανεξάρτητη δυνατότητα του να ασκείται κριτική αποτελεί αυτοκτονία. Με τρομοκρατεί η διαιώνιση του καθεστώτος "εκτατής ανάγκης" και η ισοπέδωση που επιφέρει. Ελπίζω μόνο στην αναγκαία πια παρουσία ενός υπεύθυνου πολιτικού λόγου που θα συντάξει την κυριολεξία του παρόντος μέσα από τις δύσκαμπτες λέξεις του παρελθόντος.

(1) Στην πρόσφατη συγκέντρωση των Αγανακτισμένων ο Νικόλας Ιωαννίδης ανέπτυξε ένα “ενωτικό” λόγο και υποστήριξε πως τα γεγονότα αφορούν στην οργανωμένη προσπάθεια "βαρβάρων" για "ανθελληνισμό" της Κύπρου.

(Δημοσιεύτηκε στον Πολίτη, στις 25/09/2011)

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

«Αγανακτισμένοι»

Ο Αριστοτέλης επισημαίνει στις οντολογικές αναζητήσεις του ότι «το ατύχημα αποκαλύπτει την ουσία» (1). Αν λοιπόν δεχτούμε πως και στην «οντολογία» της κυπριακής ιδιαιτερότητας το ατύχημα θα μπορούσε να μας αποκαλύψει την ουσία, πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε ότι η πιο πάνω προοπτική εξανεμίζεται τις τελευταίες μέρες μέσα σε διχαστικές προσωποποιήσεις και σε άστοχες μεταθέσεις. Η «πολιτική ηγεσία» γενικότερα (όλα τα κόμματα και όλοι οι πολιτικοί) και η «κυβέρνηση» ειδικότερα (το ΑΚΕΛ και ο Πρόεδρος ο ίδιος), αποτελούν τους προφανείς στόχους που προσδιορίζουν - και ταυτόχρονα περιορίζουν - τα αιτήματα της ελληνοκυπριακής κοινής λογικής. Στην πιο πάνω διαδικασία συλλογικής αυτό-άφεσης ξεχνάμε όμως πως πέρα από τις εγκληματικές ευθύνες των κυβερνώντων πρώτα και της αντιπολίτευσης έπειτα, της δημοσιογραφίας που υβριστικά αυτοχαρακτηρίζεται «ερευνητική», και των ανίδεων «εμπειρογνωμόνων» πάσης φύσης, ευθυνόμαστε κι εμείς. Ευθυνόμαστε για την αναγωγή της ελαφρότητας σε ιδεολογία.

Την έκρηξη της 11ης Ιουλίου ακολούθησε ένα ωστικό κύμα παλινδρόμησης στις σκοτεινές καταβολές του κυπριακού κράτους. Κύμα που όξυνε και πόλωσε τη ρητορική της συλλογικής μας μικροπρέπειας, περιορίζοντας συνάμα στο ελάχιστο κάθε πιθανότητα αναγνώρισης της πολύπλοκης κυπριακής ιδιοσυστασίας και των σκοτεινών της συμπλεγμάτων. Έτσι, από τη μια, η εναποθετική μυθολογία του «καταραμένου Ιούλη» και, από την άλλη, η ξύλινη γλώσσα της κομματικοποιημένης μας αρχαιολογίας, μετατρέπουν θλιβερά τον πολιτικό λόγο σε ποδοσφαιρικό κακέκτυπο. Με δεδομένο το πιο πάνω αδιέξοδο της «κακής» μας «πίστης» (2), φόρεσε τελικά και το συλλογικό συναίσθημα την εισαγόμενη σημασιολογία της «αγανάχτησης», εγκαταλείποντας και αυτό με τη σειρά του την πιθανότητα του να νιώσει «πρωτότυπα». Έτσι που τελικά, μετά τα συνταρακτικά γεγονότα, να μην προκύπτει τίποτα νέο πέρα από την ασχολίαστη αναπαράσταση των βασικών σχημάτων του πρόσφατου ή και βαθύτερου μας παρελθόντος.

Προβληματισμένος με τα σημεία αποφάσισα από την πρώτη κιόλας στιγμή να διαχειριστώ ανεξάρτητα το συναίσθημα μου. Επέστρεψα όμως, ως αθεράπευτα ρομαντικός, στις συγκεντρώσεις, για να διαπιστώσω αυτό που φαντάστηκα: την εξομάλυνση δηλαδή οξύμωρων ανάλογων με αυτά που αναπτύχθηκαν στους επικήδειους λόγους και στην παραχάραξη των ΜΜΕ. Γιατί αναστήθηκε ο Αυξεντίου και ο Παλληκαρίδης τώρα που «αγωνιζόμαστε» ενάντια στους ίδιους τους εαυτούς μας; Γιατί διαβεβαιώνουμε ετεροχρονισμένα τους νεκρούς που «οι πολιτικοί οδήγησαν στο θάνατο» ότι τελικά «ώρισαν και φυλάγαν Θερμοπύλες»; Πως γίνεται να ζητάς «δικαίωση για φόνο» και να αποδίδεις στα «θύματα» κλέη και τιμές ηρώων; Τι θέση έχει τελικά ο εθνικός ύμνος στα αυτο-γκολ του κράτους;

Πολλά έχουν ειπωθεί για την εφεύρεση και οργάνωση των εθνικών αφηγημάτων. Τις τελευταίες μέρες μου φαίνεται όμως πως βιώνουμε τη ζωντανή ανάπτυξη της πιο πάνω ιστορικής θεώρησης. Έτσι δικαιολογνται οι φωνές για την αναβάθμιση της Εθνικής Φρουράς, ενώ το αίτημα θα έπρεπε να είναι αντιμιλιταριστικό. Έτσι εξηγείται πως τραγουδούμε πατριωτικά εμβατήρια ενώ θα περίμενε κανείς τα τραγούδια ενός υπερεθνικού ανθρωπισμού. Αυτός είναι ο λόγος που στην ηρωικότητα του λαϊκού αλτρουισμού προβάλλουμε το άτοπο βάρος του «εθνικού ήρωα». Επειδή το συλλογικό συναίσθημα στη νεωτερικότητα, παράγεται και προάγεται αποκλειστικά σε εθνικό συναίσθημα. Γιατί δηλαδή δεν μπορούμε να «νιώσουμε μαζί» πέρα από τον περιορισμό μας σε εθνικά υποκείμενα. Την πιο πάνω διαπίστωση ήρθε να επιβεβαιώσει στις 14 Ιουλίου και η πολωτική κενότητα του προεδρικού διαγγέλματος που ατυχώς θεώρησε «εννοούμενη» την ουσία για να αναπτύξει τελικά ένα μόνο επιχείρημα, τη μανιχαϊστική αρνητική φιλολογία του γενικού ορυμαγδού. Και έτσι οι εναποθέσεις συνεχίστηκαν και μεταφέρθηκαν στο «πραξικόπημα», στην «προδοσία» και τα γνωστά συμφραζόμενα. Προκειται τελικά για την ριζοσπαστική υπερβολή του γνωστού «πατριωτικού σχίσματος», τονισμένου αυτή την φορά με συνθηματολογία εμφύλιας και ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης: δηλαδή η άσπιλη ιδέα του έθνους (που υποστηρίζεται στην προκειμένη από την σημασία και τους συμβολισμούς του στρατού) έναντι στο «διεφθαρμένο κράτος» (που τυγχάνει να διοικείτε από το ΑΚΕΛ).

Δεν θα επιστρέψω λοιπόν στις συγκεντρώσεις των «αγανακτισμένων». Κι ας συμφωνώ πως η κυβέρνηση απέτυχε γενικότερα και αποτυγχάνει στη συγκεκριμένη συγκυρία να διαχειριστεί τα λάθη της. Γιατί αρνούμαι να συμμετάσχω στους αυτοματισμούς ενός βραχυκυκλωμένου εθνικισμού. Γιατί δεν εναποθέτω τη σκέψη μου μα ούτε και το σώμα μου στην ισοπέδωση που επιβάλλει η «αγανάχτηση» και οι φοβικές της καταβολές. Αν χειροκροτούμε όλοι μαζί, δεν σημαίνει πως χειροκροτούμε για τον ίδιο λόγο. Αυτό είναι λοιπόν το βασικό μου προσωπικό αίτημα: μπορούμε να σωθούμε τώρα που διαπιστώνουμε πως αποξενωθήκαμε από το παρόν; Θα καταφέρουμε τελικά να δούμε την ουσία που μας αποκαλύπτει το ατύχημα; Ή θα συνεχίσουμε να βουλιάζουμε στη συμπτωματολογία του παρελθόντος;

(1) Ο Αριστοτέλης θέτοντας τις φιλοσοφικές βάσεις του αντινομικού του συστήματος εισάγει με τον πιο πάνω αφορισμό μια βασική σταθερά στη δυτική διανόηση: την πιθανότητα εξέτασης του διδακτικού νοήματος στη σχέση «λάθους» και «ουσίας». Προβληματική που μετουσιώνεται κατά τον 20ο αιώνα σε αναλυτική κυριολεξία, όταν ο S. Freud θα εντοπίσει στις παραπράξεις - και ειδικά στο «γλωσσικό ολίσθημα» - τη βασική οδό για την εξερεύνηση της «ουσίας της ψυχής»: δηλαδή του υποσυνειδήτου.

(2) Ο όρος «Κακή Πίστη» ανήκει στον υπαρξιστή φιλόσοφο Jean-Paul Sartre και περιγράφει το φαινόμενο όπου κάποιος αρνείται την ελευθερία επιλογής (και κατά συνέπεια την ευθύνη για την ίδια του την ύπαρξη), λειτουργώντας μη αυθεντικά. Ο άνθρωπος για τον υπαρξισμό είναι ελεύθερος να επιλέξει ακόμα και μπροστά στις πιο δύσκολες συνθήκες. Αυτό προϋποθέτει την οργάνωση στόχων και την θέσπιση ενός «σχεδίου» ζωής (projet).


Νεόφυτος Επιφανείου
Κύπρος, 20/7/2011

(Δημοσιεύτηκε στον Πολίτη με τίτλο "Ανοικτό παράθυρο στοθσ 40°C ύπο σκιά", στις 24/07/2011)