Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Η ενδοοικογενειακή κινητικότητα του ελληνοκυπριακού εθνικισμού

"Λοιπόν, πολύ κάθησε
απάνω απ' τα κεφάλια μας η Ακρόπολη"
Κώστας Μόντης


Οι σύγχρονοι ιστορικοι και κοινωνικοί επιστήμονες εξετάζουν την έννοια του έθνους ως “φαντασιακή κοινότητα” (1), γεγονός που απομυθοποιεί την “φυσικότητα” και “αυθεντικότητα” των καταβολών του και που αποκαλύπτει ταυτόχρονα το ανυπόστατο της “εθνικής συνέχειας” που προϋποθέτει. Τελικά, προβάλλοντας την αποσπασματικότητα, που συστηματικά συγκάλυψαν οι εφευρέτες του εθνικισμού, το έθνος γίνεται κατανοητό στις μέρες μας ως ένα καλοδουλεμένο αφήγημα. Η προσέγγιση αυτή συνεπάγεται σε ένα πρώτο επίπεδο την επιστημονική ακύρωση της “αυθεντικότητας” των “εθνικών συνεχειών”, αλλά δεν προδιαγράφει αυτόματα το εθνικό συναίσθημα ως λιγότερο “αυθεντικό”. Για την ακρίβεια τα δυο πιο πάνω ενώ αναπτύσσονται αρχικά μαζί, φαίνεται στην συνέχεια να λειτουργούν ανεξάρτητα.

Όπως κάθε συναίσθημα, έτσι και το “εθνικό συναίσθημα” εκδηλώνει την “αυθεντικότητα” του (και με αυτό εννοώ την συναισθηματική ένταση με την οποία βιώνεται ως “αυθεντικό”) πέραν του “πραγματικού”, με τρόπο που ο ιστορικός χρόνος και χορός να επικυρώνεται τελικά (σε συναισθηματικό επίπεδο) ανεξάρτητα από την εγκυρότητα των γεγονότων που περιγράφει. Αυτό προϋποθέτει ότι στην φορτισμένη έννοια της “αυθεντικότητας” αποκτά ανάλογη σημασία η ένταση με την οποία αναπτύσσεται η σχέση μεταξύ αντικειμένου και υποκειμένου στον “πραγματικό” (συνγκεκριμένο) ή “φανταστικό” (αφηρημένο) χορό. Η συναισθηματική δομή του εθνικισμού λειτουργεί για παράδειγμα όπως στην αντίστοιχη περίπτωση των παθών από τον έρωτα, όπου η εμπειρία του πόνου για την έλλειψη του αγαπημένου δεν είναι απαραίτητα λιγότερο αυθεντική όταν το υποκείμενο αναφέρεται σε μια υπάρχουσα σύνδεση (με κάποιον εξωτερικό παράγοντα όπως το θάνατο να καθιστά τη σχέση αδύνατη), ή αντίθετα σε μια φανταστική σύνδεση (όπως αυτή του μονοδιάστατου έρωτα που δεν βρίσκει ανταπόκριση). Και στις δύο περιπτώσεις η προσδοκία είναι το ίδιο αβάσταχτη στην ψυχολογία του ανικανοποίητου ερωτευμένου (2), καθώς κάτι μπωρεί τελικά να βιώνεται ως “πραγματικό” χωρίς να βρίσκεται απαραίτητα στη “πραγματικότητα”.

Στο πιο πάνω ήδη φορτισμένο πλαίσιο εικασιών η κυπριακή ιδιαιτερότητα περιπλέκεται περαιτέρω, καθώς θέλει τις σχέσεις του κράτους και του έθνους να εξελίσσονται πέρα από το κλασικό σχήμα του έθνους-κράτους (ένα κράτος για ένα έθνος ή αντίστροφα). Στην δίπολη κυπριακή περίπτωση παρατηρούνται δυο εθνικές ταυτότητες και δυο εθνικισμοί να αντιστοιχούν σε ένα μόνο κράτος (“ελληνοκύπριοι”/“έλληνες” και “τουρκοκύπριοι”/“τούρκοι” στην Κυπριακή Δημοκρατία). Με αυτό σαν βάση και με τις γνωστές περιπλοκές από το 1960 στο 1974 και από το 1974 στις μέρες μας, η “αυθεντικότητα” του ελληνοκυπριακού εθνικισμού εκδηλώνει ένα χαρακτήρα εξαιρετικά ευμετάβλητο. Το ελληνοκεντρικό συναίσθημα που αναπτύσσεται στο νησί, παρουσιάζεται ενδυναμωμένο σε ένα πρώτο επίπεδο από τον αγώνα των εθνικών διεκδικήσεων (αγώνας της ΕΟΚΑ για Ένωση) και διαμορφώνεται ριζικά στην συνέχεια από την αποτυχία της εθνικής ολοκλήρωσης (ανεξαρτησία, πραξικόπημα, εισβολή, διχοτόμηση), έτσι που τελικά, στη σημερινή απαραίτητη μετάλλαξη της αρχικής ελληνοκεντρικής γραμμής, το “εθνικο συναίσθημα” να αναπτύσσεται μέσα από μια σειρά αντιφατικών αυτοπροσδιορισμών. Την τελευταία αυτή πορεία θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς ως πορεία “αυτο-διπλωματίας”, και με αυτό εννοώ την ανεξάρτητη πραγμάτευση του “εθνικού συναισθήματος” από τις ελληνοκεντρικές καταβολές του, προς μια νέα κατεύθυνση που επιδιώκει να αμβλύνει το ανολοκλήρωτο της αρχικής ελληνοκεντρικής εθνικής διεκδίκησης. Στην διαδικασία αυτή διατηρουντάι παράδοξα οι μηχανισμοί (και σε καποίες περιπτώσεις και η ρητορική) της αρχικής ενωτικής εθνικιστικής ιδεολογίας ενώ παραλληλά παρατηρείται η μετάλλαξη του ελληνοκεντρικού εθνικισμού σε ελληνοκυπριακό εθνικισμό.

Οδηγήθηκα στις πιο πάνω σκέψεις όταν διάβασα στον δωρεάν καλοκαιρινό οδηγό του Ημικρατικού Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (Cyta), μια νέα δραματική “ολίσθηση” στις ενδοοικογενειακές σχέσεις του ελληνοκυπριακού εθνικισμού. Η εμποτισμένη ιδεολογικά σύνοψη της κυπριακής ιστορίας που συναντιέται σε κάθε τέτοιο οδηγό προτείνει στην περίπτωση αυτή ένα νέο χαρακτηρισμό για τη σχέση των Ελληνοκυπρίων με την Ελλάδα.Το γνωστό σχήμα της “Μητέρας Πατρίδας” και της αγωνιζόμενης για λύτρωση μεγαλόνησου (3) αντικαθίσταται σταδιακά από τον χαρακτηρισμό “τα αδέρφια μας οι Έλληνες”. Ενώ λοιπόν τα δυο πιο πάνω συνυπάρχουν στον πολιτικό και καθημερινό λόγο, η αυξημένη χρήση του δεύτερου μπορεί να θεωρηθεί η πρώτη λεκτική χειραφέτηση στους αυτοπροσδιορισμούς της ελληνοκυπριακής κοινότητας. Η νέα εισήγηση της Cyta θέλει τελικά τους Έλληνες να είναι απλά “κοντινά ξαδέρφια” των Ελληνοκυπρίων. Η διατύπωση μεταφράζεται ως εξής απο τα αγγλικά: “Παρόλο το πολυτάραχο παρελθόν, ή ίσως και εξ’αιτίας αυτού, εμείς οι Κύπριοι αναπτύξαμε τον χαρακτήρα ανθεκτικών ανθρώπων, ένα ξεχωριστό χαρακτήρα που διαφοροποιείται ακόμη και από τα κοντινότερα μας ξαδέρφια, τους έλληνες” (4). Η ευμετάβλητη γενεαλογία των Κυπρίων, 50 χρόνια μετά την επιβεβλημένη ανεξαρτησία, αμφισβητεί σε αυτή την περίπτωση την αυστηρή γενετική σύνδεση που προϋποθέτουν οι οικογενειακοί βιολογικοί δεσμοί. Ας ελπίσουμε ότι η εφηβική ανατρεπτικότητα θα οδηγήσει τελικά σε μια περίοδο αναγνώρισης και αυτογνωσίας και όχι στη συμβιβασμένη ενηλικίωση ενός αδιαπραγμάτευτου παρελθόντος.

(1) Το βιβλίο του Benedict Anderson “Φαντασιακές Κοινότητες. Στοχασμοί για τις απαρχές του εθνικισμού” από όπου προέρχεται ο όρος αποτελεί μια απο τις σημαντικότερες συμβολές στη θεωριτική μελέτη του εθνικισμού.

(2) Ενδεικτικά αναφέρω πως η μεταφορά του “έρωτα για την πατρίδα” αποτελεί ένα κλασικό σχήμα εθνικιστικής ποιητικής έκφρασης. Το παράδηγμα της έλλειψης του ερωτικού αντικειμένου και η έννοια του αλύτρωτου πατριωτισμού χρήζει συγκριτικής ανάπτυξης σε ένα άλλο πλαίσιο.

(3) Πολλές τέτοιες αναφορές υπάρχουν στη λαϊκή και λόγια καλλιτεχνική παραγωγή των Ελληνοκύπριων. Βλέπε ενδεικτικά τον τίτλο ποιήματος του Βασίλη Μιχαηλίδη: “Η Κύπρος ‘στημ μάναν της”, και το στίχο από το ποίημα “Η Κύπρος προς τους λέγοντας οτι δεν είναι ελληνική”: Δωσ΄με κ’έμεν της μάνας μου να με σφιγκταγκαλιάση / Για να χαρή τούτ’ η καρδιά ν’ αννοίξη να γελάση”). Τη σχέση αυτή περιγράφει και ο Γιάννης Παπαδάκης στο βιβλίο του “Η ηχώ της νεκρής ζώνης” μέσα από τις διαφοροποιήσεις που παρουσιάζει στις δυο κοινότητες: “Σιγά σιγά ένιωσα έτοιμος για να κάνω το επόμενο βήμα. Να πω την αλήθεια: «Είμαι από την Κύπρο». Αυτό, όμως, δημιουργούσε προβλήματα και σύντομα αναγκάστηκα να σταματήσω, ιδιαίτερα όταν μιλούσα τουρκικά. «Ω, από τη μικρή πατριδούλα; Καλωσόρισες στη μητέρα-πατρίδα», αναφώνησε ένας πλανόδιος πωλητής. «Μικρή πατριδούλα» έλεγαν την Κύπρο οι Τούρκοι. «Μητέρα-πατρίδα» ήταν η Τουρκία. Ο πλανόδιος πωλητής νόμισε ότι ήμουν Τουρκοκύπριος. Του εξήγησα ότι ήμουν Ελληνοκύπριος, αλλά δεν πείστηκε. «Μα, μοιάζεις με Τούρκο», διαμαρτυρήθηκε. Η εξωτερική μου εμφάνιση θα μου προκαλούσε συχνά μπελάδες. Mάλιστα, έπιανα και τον εαυτό μου να σκέφτεται με τον ίδιο τρόπο: «Δεν μοιάζει τούτος με τον φίλο μου τον Κώστα από την Λεμεσό;» ή «Κι αυτή με την Μαρία;» Χρειάστηκε λίγος καιρός για να κατανοήσω αυτές τις αντιδράσεις. Μεγαλώσαμε πιστεύοντας ότι ήμασταν απολύτως διαφορετικοί, όπως η μέρα με τη νύχτα, το άσπρο με το μαύρο, οι άνθρωποι και τα τέρατα.”
Γιάννη Παπαδάκη, Η ηχώ της Νεκρής Ζώνης. Οδοιπορικό στη διαιρεμένη Κύπρο, Σκρίπτα, 2009

(4) “(…) despite a turbulent past, or perhaps because of it, we Cypriots have grown into a resilient people, with a distinct character that differs even from our closest cousins, the Greeks”
Cyprus holiday Guide with a comprehensive classified directory, edition 2010, Free copy, Cyta, 2010


Νεόφυτος Επιφανείου
Νέα Υόρκη, 18/9/2010

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικο Ρεύμα, Νοέμβριος 2010, τεύχος 8)