Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2010

"Η Βαντζελίνη εν' φυλή συνότζιαιρη του κόσμου"

Ορμώμενος από τα τελευταία επεισόδια της σειράς "Αίγια Φούξια" και συγκεκριμένα από την περιπετειώδη αντιστροφή της σεξουαλικότητας του Βαντζελή (με όλες τις ανακατατάξεις που επέφερε στην κοινωνία του Παλιοχωρίου), θα ήθελα να εκφράσω αυτό που πιστεύω ότι προκύπτει από τους σεναριογράφους ως ομοφοβικό και που αποδεικνύεται, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετικά προβληματικό, δεδομένης της αυξημένης τηλεθέασης της σειράς. Ξεκαθαρίζοντας τις προθέσεις μου, επισημαίνω ότι δεν επιθυμώ να εκμηδενίσω την αξία της σειράς, που καταφέρνει με σχετική πρωτοτυπία να εκσυγχρονίσει την παρωχημένη αισθητική και θεματολογία του κυπριακού σκετς: Ενός τηλεοπτικού είδους τόσο παλιού όσο η κυπριακή τηλεόραση, με ιδιαίτερο συμβολικό ενδιαφέρον, καθώς καθρεφτίζει συμπλέγματα προβολών και αντιφάσεων και αποκαλύπτει καίριους κώδικες κατανόησης της ελληνοκυπριακής ταυτότητας.

Η βίαιη εμπειρία της αστικοποίησης και, κατά συνέπεια, η αντίθεση της υπαίθρου και της πόλης, είναι μια από της βασικότερες δομές της σύγχρονης ελληνοκυπριακής ιδιοσυγκρασίας. Σχολιάζοντας συχνά τη σχέση αυτή, η θεματολογία των σκετς προκύπτει σαν αντιφατικός δεσμός νοσταλγίας και απόρριψης. Οι χαρακτήρες τους είναι τις πλείστες φορές αυτοί από τους οποίους οι κάτοικοι των πόλεων πιστεύουν ότι προέρχονται, και που σε μεγάλο βαθμό νοσταλγούν, αλλά που συνάμα αποτελούν το μέτρο της απόστασής τους από το παρελθόν, στο οποίο δεν θέλουν να επιστρέψουν. Δηλαδή, αυτοί που πιστεύουν ότι ήταν κάποτε και αυτοί που με κανένα τρόπο δεν θα ήθελαν να είναι ποτέ πια ξανά. Συχνά, γκροτέσκες καρικατούρες ή σχηματικές απλοποιήσεις, οι ήρωες των σκετς προκαλούν γέλιο και συμπάθεια. Η σειρά του ΡΙΚ "Ίντα Τζαιρούς Εφτάσαμεν" θα μπορούσε να θεωρηθεί το σημείο ωρίμανσης της πιο πάνω διαλεκτικής και το σίριαλ του ΣΙΓΜΑ "Βουράτε Γειτόνοι" μια πρώτη προσπάθεια αναθεώρησής της.

Το μοντέλο αντίθεσης στο οποίο αναφέρομαι, πιστεύω πως παρέμενε αμετάβλητο όσο οι μετανάστες στις πόλεις συνδέονταν με τα χωριά και όσο μπορούσαν ακόμη να ανακαλέσουν ως παιδική εμπειρία ή έστω ως παραθεριστική ανάμνηση, τη σχέση τους με την ύπαιθρο. Λόγω, όμως, της αποδυνάμωσης (αν όχι της εξάλειψης) της αγροτικής μνήμης και της αποκοπής της μάζας των κατοίκων των πόλεων από τα χωριά, το σκετς υποβαθμίστηκε σταδιακά από καθρέφτη μιας πραγματικότητας σε απόηχο μιας παρωχημένης ανάμνησης.

Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, έρχεται η "Αίγια Φούξια" να πραγματευτεί αυτήν ακριβώς την απόσταση. Η αφήγηση τοποθετείται στο αδιευκρίνιστο παρελθόν (περίπου100 χρόνια πριν) σε ένα επιτηδευμένα τυποποιημένο χωριό της ορεινής Κύπρου, το Παλιοχώρι. Μέσα από τη δυναμική συστηματικών αναχρονισμών και δραματικών παλινδρομήσεων, οι χαρακτήρες αναπτύσσονται σαν "διαχρονικές" καρικατούρες ηθογραφικής διάστασης. Όμοιοι στη βάση τους με ανάλογους ήρωες σύγχρονων ελληνικών κωμικών σειρών (βλέπε "Παρά πέντε", "Εγκλήματα", κ.ο.κ.), τυγχάνουν τελικά του μονοδιάστατου χειρισμού των χαρακτήρων κινουμένων σχεδίων, έτσι που να προκύπτουν πρωτότυπα σαν "διεφθαρμένα" στρουμφάκια. Δεδομένης, λοιπόν, της έντονης σχηματοποίησης που προϋποθέτει η δομή αυτή, οι "παλιοχωρκάτες" εκδηλώνονται ατομικά σαν κακέκτυπα κυπριακών αρχέτυπων (η "παλαβή", η "σιεροκουτάλα", ο "σπαγκοραμμένος" κ.ο.κ.) ενώ συλλογικά συγκροτούν μια υπερμεγεθυμένη κωμική τερατοποίηση των διαχρονικών παθών της κυπριακής κοινωνίας με κύρια χαρακτηριστικά τη μισαλλοδοξία και τη φιλαργυρία. Με αυτά δεδομένα, και με την ελαστικότητα που προϋποθέτει η σάτιρα, οι χαρακτήρες απομακρύνονται από το πολιτικά ορθό (βλέπε ενδεικτικά τον αλλοδαπό που υπάρχει μόνο μέσα από τον χαρακτηρισμό "μαύρος"), ενώ φλερτάρουν ταυτόχρονα με προοδευτικές ιδέες που ασκούν κριτική σε προηγούμενες συντηρητικές θέσεις της τηλεόρασης και της κοινωνίας γενικότερα. Τελικά, αυτό που διαφαίνεται ιδιαίτερα προβληματικό, είναι το σημείο που διαχωρίζει την πολιτική ορθότητα από την πολιτική ευθύνη. Το ερώτημα που τίθεται, κατά συνέπεια, είναι το εξής: Ποια είναι η θέση των σεναριογράφων και των παραγωγών της σειράς, δεδομένης της αυξημένης τηλεθέασης και της ηθοποιητικής δύναμης της τηλεόρασης, που διαμορφώνει απόψεις, επικυρώνει συμπεριφορές και στιγματίζει λειτουργίες;

Σε αυτό το πλαίσιο κριτικής, πιστεύω ότι αποκτά ιδιαίτερη θέση ο χαρακτήρας του Βαντζελή για μια σειρά λόγων. Ο κυριότερος από αυτούς είναι η ανάγκη για σωστή πραγμάτευση του θέματος της ομοφυλοφιλίας που βρίσκει την Κύπρο σαν μια από τις πιο ρατσιστικές και συντηρητικές ευρωπαϊκές χώρες. Σχετική έρευνα καταδεικνύει ότι "η κυπριακή κοινωνία στερείται κοινωνικής ενότητας και αλληλεγγύης", με μόνο 38.4 % των Κυπρίων να βρίσκουν την ομοφυλοφιλία αποδεχτή, ενώ γενικότερα επιδεικνύεται "ελάχιστη ανεκτικότητα για ξένους, ομοφυλόφιλους και ανύπαντρους γονείς σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες" (1). Έτσι, αν και θα ήταν ενδεχομένως ορθότερο να μελετηθεί μονογραφικά ο Βαντζελής μετά την λήξη της σειράς, τα μέχρι στιγμής δεδομένα προδιαγράφουν την αρνητική κρυστάλλωση (και κατά συνέπεια την αρνητική επιρροή) του εν λόγω χαρακτήρα, γεγονός που ελαχιστοποιεί τις προοπτικές μετάκλησης του δυσάρεστου σχήματος που δημιουργείται. Ο Βαντζελής, λοιπόν, εκπροσωπεί και μετατοπίζει ένα από τα σημαντικότερα ταμπού της σύγχρονης ελληνοκυπριακής κοινωνίας με ασφυχτικά μονοδιάστατο τρόπο και χωρίς να τυγχάνει καμίας διόρθωσης. Αυτό έχει ως συνέπεια, η πρώτη φορά που ο χαρακτήρας του ομοφυλόφιλου παρουσιάζεται στην κυπριακή τηλεόραση, να γίνεται με τον ομοφοβικό τρόπο του αμερικάνικου κινηματογράφου του '20 και του '30, όπου ο ομοφυλόφιλος προβάλλεται αποκλειστικά σαν παραμορφωτικός καθρέφτης του ανδρισμού, κάτι που ενδυναμώνει την στερεότυπη αντρική συμπεριφορά και εκμηδενίζει την ταυτότητά του, προσκολλώντας την στη γυναικεία. Το πιο πάνω δεν μπορεί παρά να αποτελεί επιλογή για τους σεναριογράφους της "Αίγια Φούξια", καθώς ο Βαντζελής δεν ανταποκρίνεται στην εικόνα του σύγχρονου Ελληνοκύπριου ομοφυλόφιλου ενώ απομακρύνεται επίσης τόσο από την ιστορική θέση του ομοφυλόφιλου στην κυπριακή κοινωνία (στην αγροτική Κύπρο σε αυτή την περίπτωση) όσο και από τη σύγχρονη αντιμετώπιση του θέματος της ομοφυλοφιλίας από τη δυτική κινηματογραφική και τηλεοπτική πραγματικότητα.

Τα σχετικά παραδείγματα της αμερικανικής ταινίας "Brokeback Mountain" και των ελληνικών σειρών "Κλείσε τα μάτια" και "Πολυκατοικία" αποτελούν προσπάθειες διόρθωσης της στερεότυπης αυτής αντιμετώπισης, προβάλλοντας τη σύγχρονη κατανόησή της όχι μόνο σαν μια σεξουαλική κατεύθυνση (παρέκκλιση στις χειρότερες περιπτώσεις) αλλά και σαν συναισθηματική και ρομαντική έλξη ατόμων του ιδίου φύλου. Το "Brokeback Mountain" είναι ένα καλό συγκριτικό παράδειγμα, καθώς χειρίζεται το σχετικό θέμα της βουκολικής αμερικανικής υπαίθρου. Η κριτική μου για αυτή την προβληματική επιλογή ενισχύεται από την απόφαση των σεναριογράφων να καταδικάσουν τον χαρακτήρα σε μια σισύφεια μοναξιά. Ενώ, λοιπόν, οι άλλοι ήρωες φαίνεται να λειτουργούν σε δυάδες (συχνά ερωτικές, έτσι που συμπληρώνουν και διαμορφώνουν ο ένας τον άλλο) ο Βαντζελής είναι καταδικασμένος σε μια "κεκλεισμένων των θυρών" κόλαση χωρίς τους "όμοιους-άλλους". Ο "μόνος gay στο χωριό" ενσαρκώνει τελικά την πιο σκληρή κοινωνική δομή, αυτή της μοναχικής μοναδικότητας. (2)

Τελειώνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι στα τελευταία επεισόδια ο Βαντζελής απόλαυσε το εξαιρετικό προνόμιο της αντιστροφής του κοινωνικού του ρόλου για να επιστρέψει τελικά στον παλιό "καλό" του εαυτό και να διακηρύξει με πατριωτικό στόμφο πως: "Η Βαντζελίνη εν'φυλή συνότζιαιρη του κόσμου". Μέσα από αυτή τη διαδικασία αποκαλύφθηκε μια νέα - επιφανειακά ορθότερη - προοπτική ανάγνωσης του χαρακτήρα, καθώς τελικά δεν λειτούργησε απλώς ως ετεροφυλόφιλος άντρας αλλά ως η ακριβής αντίθεση της καρικατούρας του: σεξιστής, αντιπαθής και αδίσταχτος. Αυτό το σημείο μπορεί να βοηθήσει στην αποκωδικοποίηση που εισηγούμαι, καθώς τελικά όσο οικείος είναι ο θηλυπρεπής-Βαντζελής στην εικόνα του σύγχρονου ομοφυλόφιλου Ελληνοκύπριου, τόσο οικείος είναι και ο macho-Βαντζέλαρος στην εικόνα του σύγχρονου ετεροφυλόφιλου Ελληνοκύπριου. Αυτό, από μόνο του, θα μπορούσε να υποστηρίξει το αντίθετο επιχείρημα: Ότι, δηλαδή, ο Βαντζελής είναι μια σατιρική παρουσίαση ενός στερεότυπου και όχι μια στερεότυπη παρουσίαση ενός κοινωνικού ρόλου. Όμως, οι συγκριτικές διακυμάνσεις που υπάρχουν στη σειρά μέσα από τους χαρακτήρες των ετεροφυλόφιλων και που, δυστυχώς, λείπουν μέσα από το μοναδικό χαρακτήρα του ομοφυλόφιλου, καθιστούν αδύνατη την πιο πάνω απλοποίηση.

Μια από τις βασικές σταθερές της σύγχρονης κωμωδίας είναι η μετωνυμική χρήση στερεοτύπων για την αποκάλυψη και κριτική τους. Αυτό αποτελεί για την ακρίβεια την κυριότερη τακτική της σύγχρονης αγγλοσαξονικής σάτιρας που βασίζεται στη διακειμενικότητα πολύπλοκων αλλά κατοχυρωμένων αναφορών. Ανάλογα τέτοια μοντέλα, όπως για παράδειγμα ο "Bruno", ή το "Little Britain", βασίζονται στη χρήση μιας πολιτικά μη ορθής γλώσσας με σκοπό να ασκήσουν κριτική ταυτόχρονα τόσο στην επιτηδευμένη πολιτική ορθότητα όσο και στο σχήμα διάκρισης που διαπραγματεύεται. Ο λόγος όμως που ένας τέτοιος χειρισμός δεν είναι δυνατός στην "Αίγια Φούξια" και ειδικά στο ρόλο του Βαντζελή - αν αυτή τελικά είναι η πρόθεση τον σεναριογράφων - είναι γιατί το σημείο αναφοράς παραμένει κενό, ή εξαιρετικά αδύναμο. Ο Βαντζελής δεν είναι καν αναφορά, αλλά πρωτογενές υλικό για την κυπριακή τηλεόραση.

Δεδομένης λοιπόν της μη κατοχύρωσης των βασικών διεκδικήσεων των ομοφυλοφίλων στην κυπριακή κοινωνία, ο Βαντζελής βρίσκεται εγκλωβισμένος μεταξύ της διαφορετικής ταχύτητας που κινούνται οι πιθανές προθέσεις της σειράς και της δυνατότητας ανάγνωσης τους. Έτσι που φαίνεται να συνοψίζει τελικά το ταραχώδες πολιτικοκοινωνικό παρελθόν μας και τηv αδυναμία για σωστή διαπραγμάτευση του παρόντος μας.

(1) Ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, Νοέμβριος 2007
(2) Στην αγγλική σειρά "Little Britain" παρατηρείται η ακριβώς αντίθετη περίπτωση. Ένας ήρωας υποστηρίζει με υπεροψία ότι είναι "ο μόνος gay στο χωριό" ενώ το χωριό φαίνεται να κατακλύζεται από ομοφυλόφιλους και το θέμα της ομοφυλοφιλίας να μην αποτελεί ταμπού για κανένα.

Νεόφυτος Επιφανείου
2/2/2010

(Δημοσιεύτηκε στον Πολίτη στις 7/2/2010 - Κωδικός άρθρου: 927225)